Wednesday, April 16, 2008

ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ: ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ 2007

"Courtesy of the University of Texas Libraries, The University of Texas at Austin."

της Αντωνίας Δήμου, ερευνήτρια στο Κέντρο Στρατηγικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο της Ιορδανίας και Jordan Editor στο World Security Network

Ο αμερικανικός παράγοντας αποτελεί τον βασικό αρχιτέκτονα του μεταψυχροπολεμικού συστήματος ασφάλειας. Η Μέση Ανατολή κατέχει ιδιαίτερα σημαντική θέση στο γεωπολιτικό χρηματιστήριο αξιών καθώς περιέχει σημαντικό ποσοστό των παγκόσμιων ενεργειακών αποθεμάτων, διεθνείς εμπορικές οδούς ενώ αποτελεί χώρο εξαγωγής αμερικανικού πολεμικού υλικού, τεχνογνωσίας και στρατιωτικών υπηρεσιών. Η μεσανατολική πολιτική των ΗΠΑ έχει ως βασικά προτάγματα αφενός τον έλεγχο του Κόλπου και των ενεργειακών πηγών του, αφετέρου τη στρατηγική συνεργασία με μετριοπαθή αραβικά κράτη και το Ισραήλ.

Η παρούσα ανάλυση επιδιώκει να παρουσιάσει τις εξελίξεις που σηματοδότησαν το 2007 τη Μέση Ανατολή και αφορούν: (α) την εσωτερική παλαιστινιακή πολιτική αστάθεια και τη σκιαγράφηση των όποιων διεθνών διπλωματικών ενεργειών για την επανέναρξη του ισραηλινό-παλαιστινιακού διαλόγου, (β) τις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας λαμβάνοντας υπόψη και την ιρακινή παράμετρο, (γ) το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα καταγράφοντας τις αντιδράσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ και κάποιες γενικότερες εκτιμήσεις, και (δ) την κατάσταση στο Ιράκ και την καταγραφή στρατηγικών για την ανασυγκρότηση του ιρακινού στρατού. Ιδιαίτερη έμφαση επίσης δίνεται στο ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η Ελλάδα στην ευρύτερη περιοχή.



Α. ΕΝΟΤΗΤΑ ΙΣΡΑΗΛ-ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΑΚΟ: ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΣΤΑΘΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙ-ΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ
Στο παλαιστινιακό σκηνικό, το 2007 αναδύθηκε ο πρωταγωνιστικός ρόλος της ισλαμικής οργάνωσης Χαμάς, όπως διεφάνη κατά την διεξαγωγή των εμφύλιων εχθροπραξιών με τη Φατάχ. Βασικός σκοπός της οργάνωσης αποτέλεσε η εδραίωση και διεθνή αναγνώριση της σημαντικής της επιρροής στα πολιτικά δρώμενα στη Λωρίδα της Γάζας, επαναπροσδιορίζοντας τις σχέσεις της με τους παραδοσιακούς της συμμάχους, την Αίγυπτο και τη Συρία καθώς και με το Ισραήλ υπό το φως δρομολογηθέντων πολιτικών και διπλωματικών κινήσεων που αφορούν στο Παλαιστινιακό.
Η δραστηριοποίηση της οργάνωσης αποσκόπησε στην κεφαλαιοποίηση της ένοπλης έντασης με τη Φατάχ ώστε όχι μόνο να επαναπροσδιοριστεί ο ρόλος της στα παλαιστινιακά δρώμενα αλλά και να τεθούν σε τροχιά προώθησης ειδικότερα λειτουργικά της συμφέροντα, τα κυριότερα εκ των οποίων επικεντρώθηκαν στην περαιτέρω ισχυροποίηση του στρατιωτικού της σκέλους, καθώς και ενίσχυση της δημοτικότητας της ισλαμικής πολιτοφυλακής, η οποία εκλαμβάνεται ως «de facto κυβέρνηση» στην περιοχή του Λωρίδας της Γάζας. Επίσης, στόχευσε στη σταθεροποίηση και τη συνακόλουθη περαιτέρω ενίσχυση των σχέσεων με τη συριακή ηγεσία ώστε να διασφαλιστεί αφενός η παροχή οικονομικής αρωγής που θα επέτρεπε την απρόσκοπτη συνέχιση των δραστηριοτήτων της στον πολιτικό και επιχειρησιακό τομέα, και αφετέρου η πολιτική στήριξη των στρατηγικών ελιγμών της οργάνωσης από την Αίγυπτο που αποβλέπουν στην μόνιμη επικράτηση της έναντι της Φατάχ, που αποτελεί την επικρατούσα οργάνωση στους κόλπους της Παλαιστινιακής Αρχής.


Συγκεκριμένα, η Χαμάς φαίνεται να είχε προετοιμασθεί επιχειρησιακά για την προγραμματισμένη μέσα στο 2007 όπως εκτιμάται, σύγκρουση με τη Φατάχ, επιδιώκοντας: (α) την άσκηση πιέσεων προς τον Παλαιστίνιο πρόεδρο Μαχμούντ Αμπάς προκειμένου να αποδεχτεί τη σταδιακή ενσωμάτωση της ισλαμικής οργάνωσης αφενός στα σώματα ασφάλειας και αφετέρου στα επίσημα πολιτικά όργανα της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ), (β) την ήττα των δυνάμεων ασφάλειας της Φατάχ στη Λωρίδα της Γάζας διότι εκτιμήθηκε ότι επίκειται ενίσχυσή τους από το εξωτερικό, όπως έγινε και με την περίπτωση της προεδρικής φρουράς η οποία έχει λάβει πολεμικό υλικό και εκπαίδευση από τις ΗΠΑ, και (γ) την αποκατάσταση της εσωτερικής ασφάλειας στην Γάζα.

Υπήρξαν μάλιστα όλα τα συστατικά στοιχεία που εξασφάλισαν την ήττα της Φατάχ και την απόλυτη επικράτηση της Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας. Αντιπροσωπευτικά, ο Παλαιστίνιος πρόεδρος ουδέποτε εξέδωσε σαφείς οδηγίες στις αστυνομικές αρχές, οι οποίες όχι μόνο δεν ενεπλάκησαν στις εχθροπραξίες προκειμένου να υποστηρίξουν τις λοιπές οργανώσεις ασφάλειας, αλλά ούτε διέταξε την επιστροφή στη Λωρίδα της Γάζας της ηγετικής ομάδας της Φατάχ που είχε διαφύγει στην Δυτική Όχθη. Το συγκεκριμένο στοιχείο έρχεται όχι απλά να επιβεβαιώσει αλλά να ενισχύσει εκτιμήσεις πολιτικών κύκλων στην περιοχή, σύμφωνα με τις οποίες έχουν δρομολογηθεί διαδικασίες αυτονόμησης της Δυτικής Όχθης από την Λωρίδα της Γάζας σε μόνιμη βάση, γεγονός το οποίο πρακτικά μεταφράζεται σε σύσταση κρατιδίου στην Λωρίδα της Γάζας υπό τον έλεγχο της Χαμάς και την υψηλή εποπτεία της Αιγύπτου, και αντίστοιχα, δημιουργία κρατικού μορφώματος στη Δυτική Όχθη υπό τον έλεγχο της Παλαιστινιακής Αρχής και την υψηλή εποπτεία της Ιορδανίας. Η σχέση Γάζας-Αιγύπτου και Δυτικής Όχθης-Ιορδανίας εκτιμάται ότι μπορεί να τεθεί στη βάση του περίφημου σεναρίου της «χαλαρής συνομοσπονδίας».

Η Χαμάς προέβη το 2007 σε κινήσεις καλής θέλησης γνωρίζοντας ότι το τοπίο στη Γάζα όσον αφορά τον πλήρη έλεγχο της έχει ξεκαθαριστεί, εκδίδοντας δημόσια χάρη σε όλες τις δυνάμεις ασφάλειας της Φατάχ στη Γάζα και απελευθερώνοντας αρκετές ηγετικές φυσιογνωμίες της Φατάχ που είχαν συλληφθεί στη διάρκεια των εχθροπραξιών. Σε αντιδιαστολή, η Φατάχ προέβη σε κινήσεις που φαίνεται να οδήγησαν περισσότερο προς την πόλωση. Ειδικότερα, η Φατάχ εναντιώθηκε σε ηγέτες και μέλη της Χαμάς που διαβιούν στη Δυτική Όχθη προβαίνοντας σε συλλήψεις, κλείνοντας πολιτιστικά κέντρα και διώκοντας εκλεγμένους αξιωματούχους από τα κυβερνητικά τους πόστα. Ακύρωσε τους διορισμούς μελών της Χαμάς σε υπουργεία της Παλαιστινιακής Αρχής, ενώ επί παραδείγματι στην πόλη Νάμπλους κατήργησε το εκλεγμένο δημοτικό συμβούλιο και το αντικατέστησε με νέο-διορισθέντα μέλη της.

Η έκρυθμη πολιτικά κατάσταση οδήγησε στον σχηματισμό παλαιστινιακής κυβέρνησης εκτάκτου ανάγκης περί τα μέσα Ιουνίου του 2007 της οποίας επικεφαλής ορίστηκε ο Σαλάμ Φαγιάντ, οικονομολόγος και πρώην στέλεχος της Διεθνούς Τράπεζας, ο οποίος ανήκει στη Φατάχ, και εκτιμάται ότι κλήθηκε να επιτελέσει συγκεκριμένο έργο. Το έργο αυτό φαίνεται να εστιάζει: (α) στην εκτίμηση ότι οι ΗΠΑ και η ΕΕ θα ήραν πλήρως τις οποιεσδήποτε κυρώσεις είχαν επιβληθεί στην υπό τον έλεγχο της Χαμάς παλαιστινιακή κυβέρνηση, καθόσον ο νέος επικεφαλής του κυβερνητικού σχήματος είναι τεχνοκράτης και εκ των προσωπικοτήτων της Φατάχ που διαθέτουν διεθνή εμπειρία και ερείσματα αφού έχει διαπραγματευθεί στο παρελθόν με εκπροσώπους της ΕΕ, των ΗΠΑ και του Ισραήλ τους όρους προηγούμενων οικονομικών συμφωνιών για το Παλαιστινιακό. (β) στην πεποίθηση ότι ο νέος τότε πρωθυπουργός θα ήταν σε θέση να διασφαλίσει το απαραίτητο πολιτικό κλίμα για την άρση του αδιεξόδου στην ισραηλινό-παλαιστινιακή ειρηνευτική διαδικασία. Τούτο ωστόσο πρακτικά προϋποθέτει τον καθορισμό κοινής στάσης ή εναλλακτικά την εξεύρεση συμβιβαστικής φόρμουλας ανάμεσα στις παλαιστινιακές ηγετικές οργανώσεις δηλαδή την Φατάχ και τη Χαμάς, όσον αφορά στην αποκύρηξη της βίας, την αποδοχή των προηγούμενων ειρηνευτικών συμφωνιών και την αναγνώριση του δικαιώματος του Ισραήλ να συνυπάρχει με τις γειτονικές προς αυτό χώρες στην περιοχή.

Στην πραγματικότητα, η νέα προσωρινή κυβέρνηση τεχνοκρατών υπήρξε σαφές ότι μπόρεσε να λειτουργήσει αυστηρά μόνο στο πλαίσιο της Δυτικής Όχθης. Προκειμένου ωστόσο να διατηρήσει τον έλεγχό σε μακροπρόθεσμη βάση όφειλε να προχωρήσει σε σειρά μεταρρυθμίσεων που θα αποκαθιστούσαν την αξιοπιστία της, όπως σε: (α) τερματισμό των εσωτερικών αντιπαραθέσεων ανάμεσα στα ηγετικά μέλη της, και (β) διοχέτευση της διεθνούς οικονομικής βοήθειας στην παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, εκπαίδευσης και σίτισης. Η Φατάχ όφειλε να κινηθεί σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο καθώς και στον τομέα της ασφάλειας ταυτόχρονα, προκειμένου να αποκαταστήσει τμήμα της χαμένης της αξιοπιστίας αλλά και να μπορέσει να ανταγωνισθεί σε πολιτικούς όρους την Χαμάς. Εν τη απουσία αυτών των ενεργειών, οι οποιεσδήποτε διπλωματικές ή οικονομικές κινήσεις της διεθνούς κοινότητας προς ενίσχυση του Προέδρου Αμπάς υπήρξαν καταδικασμένες να πέσουν στο κενό, όπως συνέβη στη διάρκεια της δεκαετίας του ενενήντα όταν η διεθνή οικονομική χορηγία προς τους Παλαιστινίους η οποία στερούνταν διαδικασιών ελέγχου, ενίσχυσε την οικονομική και την πολιτική διαφθορά στους κόλπους της Φατάχ.

Ετσι η συνάντηση της Ανάπολης που πραγματοποιήθηκε ανάμεσα σε Παλαιστινίους και Ισραηλινούς τον Νοέμβριο του 2007 υπό την υψηλή εποπτεία της αμερικανικής κυβέρνησης και με τη συμμετοχή πλειάδας χωρών και διεθνών οργανώσεων εκτιμάται ότι εντάχθηκε περισσότερο στη λογική της ενδυνάμωσης του Παλαιστίνιου προέδρου Αμπάς ώστε να διατηρήσει τον έλεγχο της Δυτικής Οχθης με δεδομένη τη χαμηλή δημοτικότητά του στις τάξεις των Παλαιστινίων, παρά αποτέλεσε πραγματικό ζητούμενο η επανέναρξη της ισραηλινό-παλαιστινιακής ειρηνευτικής διαδικασίας. Τα πρακτικά αποτελέσματα της συνάντησης της Ανάπολης υπήρξαν εξαρχής περιορισμένα καθώς οι Παλαιστίνιοι συμμετείχαν στις συνομιλίες χωρίς να αποτελούν ένα σώμα, αφού η Γάζα δεν αντιπροσωπεύθηκε σε αυτές λόγω του επιβληθέντος αποκλεισμού και εμπάργκο σε βάρος της Χαμάς.

Από την άλλη, η Χαμάς εκτιμάται ότι κινήθηκε καθόλη τη διάρκεια του 2007 στη βάση της αμφισβήτησης του σημερινού ηγετικού σχήματος της Παλαιστινιακής Αρχής με απώτερο στόχο την ανάδειξη μίας εναλλακτικής ηγετικής ομάδας και της σύσφιξης των σχέσεων με γειτονικές χώρες, όπως η Συρία και η Αίγυπτος. Δεδομένης μάλιστα της οικονομικής και πολιτικής διαφθοράς, το οργανωτικό και θεσμικό σχήμα της Παλαιστινιακής Αρχής εξακολούθησε να αποδυναμώνεται ολοένα και περισσότερο, καθόσον ο Αμπάς έπαψε να ελέγχει αποτελεσματικά τα ακραία στοιχεία της οργάνωσής του καθώς και λοιπών παραστρατιωτικών οργανώσεων. Πολιτικοί αναλυτές στην περιοχή πρόκριναν το 2007 ως ιδιαίτερα επιβεβλημένη την ανέλιξη στην ηγεσία Παλαιστινίων αξιωματούχων ασφάλειας καθώς αυτοί εκλαμβάνονται ως περισσότερο ρεαλιστές. Εξέχουσα προσωπικότητα της συγκεκριμένης κατηγορίας αποτελεί ο συλληφθείς από τις ισραηλινές αρχές Μαρουάν Μπαργούτι, γενικός γραμματέας της Φατάχ στη Δυτική Όχθη και διοικητής στου στρατιωτικού της σκέλους, της περίφημης Τανζίμ.


Οσον αφορά τις σχέσεις της Χαμάς με γειτονικές χώρες, ξεκινώντας από τη Συρία, οι ενέργειες για πλήρη ελέγχο και αποδυνάμωση της ισλαμικής οργάνωσης από τη Δαμασκό υπήρξαν εξαιρετικά περιορισμένες, καθώς ο Σύριος πρόεδρος Μπασάρ Άσαντ βρέθηκε σε σταυροδρόμι δύσκολων πολιτικών επιλογών. Και τούτο διότι ενδεχόμενη υπονόμευση της ισλαμικής οργάνωσης από τον συριακό παράγοντα θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε διατάραξη των σχέσεων της Δαμασκού με την Τεχεράνη, οι οποίες θα μπορούσαν να τεθούν σε απροκάλυπτα ανταγωνιστικό επίπεδο. Συγκεκριμένα, το Ιράν, το οποίο αντιμετωπίζει τη ισλαμική οργάνωση ως πολιτική οντότητα η οποία χρησιμοποιώντας ως πρότυπο τη σιιτική Χεζμπολλάχ, συνέδραμε στην αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων από τη Λωρίδα της Γάζας, θεωρήθηκε πιθανό –μεταξύ άλλων- να καλλιεργήσει αντι-καθεστωτικό κλίμα στο σύνολο της εθνικής επικράτειας της Συρίας.

Συνεχίζοντας με την Αίγυπτο, στο πνεύμα της διαμορφωθείσας κατάστασης το 2007, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε ο ρόλος του Καΐρου το οποίο αποτελεί δέκτη ετήσιας αμερικανικής οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας. Παραδοσιακά, η αιγυπτιακή θέση καθορίζεται με γνώμονα τις εναλλακτικές επιλογές που διαθέτει και συνίστανται αφενός στη διασφάλιση της σταθερότητας στο εσωτερικό της μέτωπο και αφετέρου στη διπλωματική της παρέμβαση με σκοπό τη διαμόρφωση της δυναμικής που αναπτύσσεται στο ευρύτερο περιφερειακό περιβάλλον. Η εν λόγω δυναμική επιτάσσει τη συνδυασμένη και εξισορροπητική ανάπτυξη των σχέσεων του Καΐρου αφενός με το Τελ Αβίβ και αφετέρου με τον υπόλοιπο αραβικό κόσμο. Στο ενδο-αραβικό πολιτικό τοπίο ειδικότερα, το Κάιρο επιδιώκει να παγιώσει τον ηγετικό του ρόλο όχι μόνο σε μία ομάδα κρατών, όπως η Συρία και η Σαουδική Αραβία, αλλά και οργανώσεων, όπως η Χαμάς.

Ειδικότερα, η κυβέρνηση Μουμπάρακ έχει πολύ καλές σχέσεις με την Χαμάς μέσω του επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών (Μουχαμπαράτ) Ομαρ Σουλεϊμάν, παρότι διατηρεί σκληρή στάση έναντι τα αιγυπτιακής μουσουλμανικής αδελφότητας.

Όσον αφορά στο Ισραήλ, ο βασικός κανόνας της real politik στη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με τον οποίο σημερινοί «εχθροί-αντίπαλοι» αποτέλεσαν στο παρελθόν άτυπους «συνεργάτες», έρχεται να χαρακτηρίσει τις σχέσεις της οργάνωσης Χαμάς με το Ισραήλ. Οι σχέσεις του Ισραήλ με την Χαμάς παρουσιάζονται συνοπτικά ως εξής: Η Χαμάς αναδύθηκε από τους πυρήνες της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, η οποία ιδρύθηκε στην Αίγυπτο το 1928. Καταχωρήθηκε νομικά στο Ισραήλ το 1978 από τον ιδρυτή και πνευματικό της ηγέτη Αχμαντ Γιασίν ως ισλαμική οργάνωση με την επωνυμία «Ισλαμική Κοινότητα» (al-Mujamma al-Islami).

Σύμφωνα με έγκυρους πολιτικούς κύκλους στην περιοχή, η Χαμάς υπήρξε εν πολλοίς δημιούργημα του Ισραήλ. Ειδικότερα, στα τέλη της δεκαετίας του ’70, το Ισραήλ έθεσε σε εφαρμογή την πολιτική της στήριξης και της ανάδειξης στα παλαιστινιακά εδάφη ριζοσπαστικών οργανώσεων ως αντίβαρο στην Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ). Επρόκειτο για μία άμεση προσπάθεια διάσπασης της λαϊκής στήριξης που παρέχονταν στην εκκοσμικευμένη τότε ΟΑΠ υποβοηθώντας την ανέλιξη στο πολιτικό σκηνικό της παλαιστινιακής κοινότητας ενός ανταγωνιστικού θρησκευτικού σχηματισμού ως εναλλακτική πολιτική επιλογή. Προς υποβοήθηση αυτού του σκοπού, ο πνευματικός ηγέτης της οργάνωσης Αχμαντ Γιασίν, είχε εβδομαδιαία εκπομπή στην ισραηλινή κρατική τηλεόραση, στο πλαίσιο της οποίας προβάλλονταν οι ισλαμικές διδαχές και ασκούνταν δριμεία κριτική έναντι της ΟΑΠ. Η οργάνωση «ανεξαρτητοποιήθηκε» από το Ισραήλ αφού προηγουμένως συνέβησαν δύο γεγονότα. Η Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν το 1979 καθώς και η μεταφορά του αρχηγείου της ΟΑΠ από τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη στη Βηρυτό στις αρχές της δεκαετίας του ’80.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών στην περιοχή το 2007, η πολύπλευρη αυτή σχέση της Χαμάς με το Ισραήλ μπορεί να επιτρέψει στο άμεσο μέλλον την εμπλοκή της πρώτης στις περιφερειακές διαδικασίες που βοηθούν στη «νομιμοποίησή» της, καθώς είναι πιθανό -πάντοτε υποθετικά- να βρεθεί σε θέση να αξιώσει από το Ισραήλ την απελευθέρωση των υπουργών και βουλευτών της οργάνωσης που κρατούνται σε ισραηλινές φυλακές ως τμήμα μία μελλοντικής και συνολικότερης διευθέτησης που θα περιλαμβάνει και την απελευθέρωση του Ισραηλινού στρατιώτη Γκιλάντ Σαλίτ.

Β. ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥΡΚΙΑ: ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΗΠΑ-ΤΟΥΡΚΙΑΣ και η Ιρακινή Παράμετρος
Οι σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας μπορούν να χαρακτηρισθούν καθόλη τη διάρκεια του 2007 ως «χλιαρές». Και τούτο διότι η παρατηρούμενη ένταση στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας είναι κλιμακούμενη. Χρονολογούνται δε από το 2003 οπότε και δόθηκε η άρνηση της τουρκικής εθνοσυνέλευσης να επιτρέψει την έλευση αμερικανικών στρατευμάτων και μαχητικών αεροσκαφών επί τουρκικού εδάφους και αέρος αντίστοιχα, εν όψει των τότε επικείμενων αμερικανικών επιχειρήσεων σε βάρος του σανταμικού Ιράκ.

Εκτοτε, οι σχέσεις των δύο χωρών διακρίθηκαν από φάσεις ύφεσης και όξυνσης. Υφεση την περίοδο που η Ουάσιγκτον χρησιμοποίησε το διπλωματικό της εκτόπισμα για να στηρίξει την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας. Οξυνση με αντικείμενο την κλιμακούμενη ένταση στο Βόρειο Ιράκ. Η Τουρκία προσπάθησε πολλάκις στο παρελθόν αλλά και το 2007 να χρησιμοποιήσει τους Τουρκομάνους του Β. Ιράκ ως ουδέτερο σώμα ανάμεσα στις δύο βασικές κουρδικές παρατάξεις και ως παρατηρητή-βαρόμετρο των εξελίξεων που λογοδοτεί στην Αγκυρα, αλλά άνευ ουσιαστικής επιτυχίας. Και τούτο διότι τον ρόλο του ουδέτερου, παρατηρητή, βαρόμετρου ανέλαβε και φέρνει εις πέρας το Ιράν μέσω της ταξιαρχίας αλ-Μπαντρ που διατηρεί από το 2003, με τις ευλογίες της Ουάσιγκτον. Εξάλλου δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι Τεχεράνη και Ουάσιγκτον συνεργάζονται σε θέματα ασφάλειας για τη σταθερότητα στο μεταπολεμικό Ιράκ.

Το σκηνικό στο Β. Ιράκ περιπλέχθηκε με τη δράση των ανταρτών του ΡΚΚ σε βάρος της Τουρκίας καθώς και την κατάσχεση περί τα μέσα του 2007, όπως δήλωσαν οι τουρκικές επίσημες αρχές, οπλισμού ισραηλινής προέλευσης. Οι φήμες δε περί εκπαίδευσης Κούρδων από το Ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες έφερε πρόσκαιρη τουλάχιστο ένταση στις σχέσεις Ισραήλ-Τουρκίας. Οσον αφορά στον οπλισμό ισραηλινής προέλευσης, το Τελ Αβίβ διεμύνησε ότι επρόκειτο περί οπλισμού ο οποίος κλάπηκε από την παλαιστινιακή ισλαμική οργάνωση Χαμάς για να καταλήξει στα χέρια των Κούρδων ανταρτών. Με αυτό τον τρόπο, πολιτικοί αναλυτές στην περιοχή εκτιμούν ότι το Ισραήλ πέτυχε «με ένα σμπάρο δυο τριγώνια» καθώς αποτίναξε τις σε βάρος του άμεσες κατηγορίες, από την άλλη προσπάθησε να φέρει σε ευθεία αντιπαράθεση την εκκοσμικευμένη ισλαμική κυβέρνηση της Αγκυρας με την ισλαμική παλαιστινιακή οργάνωση της Χαμάς που πολλά μουσουλμανικά κράτη συμπεριλαμβανόμενης της Τουρκίας, την αντιμετωπίζουν ως απελευθερωτικό, θρησκευτικο-εθνικιστικό κίνημα.

Δεδομένων των τουρκικών ανησυχιών που αφορούν: (1) στην ανακήρυξη ανεξάρτητου κουρδικού κράτους, όπως άλλωστε προνοεί το ιρακινό σύνταγμα (κάνει λόγο για μελλοντική ανεξαρτησία των περιφερειών του σημερινού Ιράκ έπειτα από δημοψήφισμα), εξέλιξη που μπορεί να πυροδοτήσει αποσχιστικές τάσεις στο εσωτερικό της Τουρκίας (αριθμεί περί τα 30 εκατ. Κούρδους), και (2) στην αύξηση του ανταρτοπόλεμου σε βάρος της Τουρκίας από το ΡΚΚ, η Τουρκία αποφάσισε να «νομιμοποιήσει» την πάγια απειλή περί τουρκικής στρατιωτικής «επέμβασης» στο Βόρειο Ιράκ, κάτι που η Ουάσιγκτον αντιμετώπιζε ως το εφιαλτικό σενάριο μετά τη σύλληψη Τούρκων στρατιωτών από αντάρτες επί εδάφους στο Β. Ιράκ τον Οκτώβριο του 2007. Η νομιμοποίηση ήρθε με την απόφαση του τουρκικού κοινοβουλίου στις 18 του ιδίου μήνα να δώσει το πράσινο φως στον τουρκικό στρατό να προβεί σε επιχειρήσεις εναντίον του ΡΚΚ, όποτε αυτό κριθεί απαραίτητο.

Η απόφαση του τουρκικού κοινοβουλίου το 2007 θεωρείται ότι είχε σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός πίεσης σε χώρες όπως η ΗΠΑ, για τον τερματισμό της παροχής λογιστικής βοήθειας στους αντάρτες του ΡΚΚ από γειτονικές χώρες, με τον κίνδυνο να έρθει η Τουρκία αντιμέτωπη με το ακόλουθο εφιαλτικό σενάριο: Να επιχειρήσει στρατιωτικά στο Βόρειο Ιράκ, να εμπλακεί δηλαδή σε ένα πόλεμο φθοράς ένας συμβατικός στρατός, ο τουρκικός, με μια αντάρτικη ομάδα, το ΡΚΚ, με αμφίβολη θετική για την Τουρκία έκβαση (η αναμέτρηση Χεζμπολλάχ-Ισραηλινού στρατού το 2006 έρχεται να ενισχύσει ακόμη περισσότερο αυτή την εκτίμηση).

Η Ουάσιγκτον φαίνεται ότι προσπάθησε να αποτρέψει οποιαδήποτε πιθανότητα να ξεφύγει η κατάσταση από τον έλεγχο -με δεδομένες τις προσπάθειες να απεγκλωβιστεί στρατιωτικά από το Ιράκ- και χρησιμοποίησε το διπλωματικό της εκτόπισμα για την απελευθέρωση των Τούρκων στρατιωτών που συνελήφθησαν στο Β. Ιράκ.

Η Ουάσιγκτον όπως καταδεικνύεται και το 2007, εκτιμάται ότι επιθυμεί τη στοιχειώδη τουλάχιστο συνεργασία της Τουρκίας αφενός για τον έλεγχο των ενεργειακών αποθεμάτων της ευρύτερης περιοχής, και αφετέρου για την προστασία των αμερικανικών στρατευμάτων που είναι ανεπτυγμένα στην Μέση Ανατολή, αλλά εμμέσως και του Ισραήλ.

Σε αυτό το πλαίσιο μάλιστα και με δεδομένη την κλιμακούμενη κρίση στις σχέσεις των ΗΠΑ και της Δύσης γενικότερα με το Ιράν με αφορμή τις πυρηνικές φιλοδοξίες της Τεχεράνης, πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο 2007 στο πεδίο βολής του Ικονίου στη ΝΑ Τουρκία η πολυεθνική αεροπορική άσκηση «Αετός της Ανατολίας». Η άσκηση ήταν ανοικτή στις αεροπορικές δυνάμεις των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ, περιλάμβανε Τούρκους αεροπόρους και αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης και ελέγχου του ΝΑΤΟ καθώς και αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού που επαυξάνουν το επιχειρησιακό βεληνεκές των μαχητικών αεροσκαφών. Συγκεκριμένα, η 12ήμερη άσκηση προέβλεπε καθημερινές αποστολές πενήντα περίπου αεροσκαφών από την βάση του Ικονίου. Προσέφερε στους χειριστές των χωρών που μετείχαν στην άσκηση τη δυνατότητα διεξαγωγής αεροπορικών παιγνίων όπου σύμφωνα με Δελτίο Τύπου της τουρκικής Αεροπορίας (THK), οι Τούρκοι χειριστές που είχαν αναλάβει το ρόλο του «εχθρού» υποδύονταν ότι πετούσαν με ρωσικής κατασκευής MiG-29 Fulcrums και Sukhoi Su-27 Flankers, καθώς επίσης επεχείρησαν επιθέσεις αέρος-εδάφους και έβαλαν ενάντια σε αντιαεροπορικά συστήματα. Οι λοιπές χώρες που μετείχαν ήταν οι ΗΠΑ, η Ιορδανία και το Πακιστάν.

Η διεξαγωγή της άσκησης «Anatolian Eagle» στη διάρκεια του 2007 κατέδειξε για μία ακόμη φορά την αξία της Άγκυρας για την στρατηγική της Ουάσιγκτον, παρά τις όποιες τριβές στις διμερείς σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας.


Γ. ΕΝΟΤΗΤΑ ΙΡΑΝ: ΙΡΑΝΙΚΟ ΠΥΡΗΝΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ : ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΙΣΡΑΗΛ-ΗΠΑ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ
Το Ισραήλ αντιτίθεται εν πολλοίς στην ολοκλήρωση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Υπάρχουν δύο σχολές σκέψης που διακατέχουν τον πολιτικό και στρατιωτικό μηχανισμό του Τελ Αβίβ στο ζήτημα των σχέσεων με την Τεχεράνη.

Η πρώτη σχολή σκέψης εκλαμβάνει το Ιράν όχι ως εχθρό αλλά ως απειλή, και σε αυτή τη βάση υποστηρίζει την έναρξη διαδικασίας προσέγγισης των δύο χωρών με τη μεσολάβηση τρίτων. Η Τουρκία, επί παραδείγματι, φιλοδοξεί παγίως να αναλάβει ρόλο επιδιαιτησίας ανάμεσα σε Ιράν και Ισραήλ. Η εν λόγω σχολή σκέψης διαθέτει στέρεη βάση καθόσον οι δύο χώρες αποτελούν φυσικούς συμμάχους και πρόκειται για δύο μη-αραβικά κράτη με εδραιωμένους δημοκρατικούς θεσμούς. Ακόμη και το Παλαιστινιακό ζήτημα καθεαυτό δεν αποτελεί εθνικής σημασίας υπόθεση για το Ιράν υπό την έννοια ότι δεν άπτεται της ιρανικής εθνικής ταυτότητας, οπότε και δεν συνιστά τροχοπέδη σε οιαδήποτε προσπάθεια διμερούς προσέγγισης.

Το ιρανικό πολιτικό σκηνικό ωστόσο, είναι αυτό που καθορίζει εν πολλοίς την πρόοδο ή μη στις σχέσεις των δύο χωρών. Και τούτο διότι η περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση του υφιστάμενου πολιτικού συστήματος στο Ιράν φαίνεται να αποτελεί πραγματικό εμπόδιο στη βελτίωση των σχέσεων του Ιράν όχι μόνο με το Ισραήλ, αλλά με τη Δύση γενικότερα.

Η δεύτερη ισραηλινή σχολή σκέψης διαθέτει σκληροπυρηνικό χαρακτήρα και επιδιώκει την πλήρη διεθνή απομόνωση του Ιράν και την οριστική παύση του πυρηνικού του προγράμματος. Η συγκεκριμένη σχολή σκέψης εστιάζει σε δύο διαφορετικές επιλογές:
(1) στην άσκηση διεθνούς πίεσης προς το Ιράν με σκοπό το «πάγωμα» του πυρηνικού του προγράμματος, και
(2) στην πραγματοποίηση προληπτικού χτυπήματος με σκοπό τον οριστικό τερματισμό του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος.

Η δεύτερη σχολή σκέψης φαίνεται να υπερισχύει στη λογική του ισραηλινού στρατιωτικού μηχανισμού, ο οποίος ωστόσο στη διάρκεια του 2007 μετρίασε τη ρητορική του αποφεύγοντας την προηγούμενη τακτική, του να προβάλει δημοσίως την επιχειρησιακή διάσταση διαφόρων πλάνων που αφορούν στην πραγματοποίηση χειρουργικών χτυπημάτων στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν. Ωστόσο, ορισμένα σχέδια που είδαν το φως της δημοσιότητας το 2007 έκαναν λόγο για συντονισμένη ισραηλινή αεροπορική επίθεση από τον ιρακινό ή τον τουρκικό εναέριο χώρο. Αλλα σχέδια ομιλούσαν περί χρησιμοποίησης των ισραηλινών υποβρυχίων Τεκούμα τύπου Ντόλφιν που βρίσκονται στον ινδικό ωκεανό, και τα οποία έχοντας υποστεί τις απαραίτητες τεχνικές τροποποιήσεις φέρουν τη δυνατότητα χρησιμοποίησης πυραύλων με πυρηνικές κεφαλές.

Οσον αφορά στις ΗΠΑ, αυτές εξακολούθησαν να αντιτίθενται στην ολοκλήρωση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Για πρώτη ωστόσο φορά, η αμερικανική πλευρά μετρίασε και αυτή τη ρητορική της όταν τον Νοέμβριο του 2007 ο Αμερικανός πρόεδρος Μπους σε συνέντευξη που παραχώρησε στο ABC News αναγνώρισε το δικαίωμα του Ιράν να χρησιμοποιεί την πυρηνική τεχνολογία για ειρηνικούς σκοπούς.

Η ανανέωση των κυρώσεων σε βάρος του Ιράν στις 24 Μαρτίου 2007 από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ που προβλέπουν την απαγόρευση της πώλησης ιρανικών όπλων σε τρίτες χώρες και το πάγωμα περιουσιακών στοιχείων Ιρανών ιδιωτών και οργανώσεων, απέρριψε ουσιαστικά την στρατιωτική επιλογή σε βάρος του Ιράν, επαναλαμβάνοντας την πάγια θέση του ΟΗΕ για μετατροπή της Μέσης Ανατολής σε μία περιοχή απαλλαγμένης από πυρηνικά όπλα.

Εξάλλου, οι ΗΠΑ φαίνεται να εκτιμούν ότι πιθανή στρατιωτική επιχείρηση για την καταστροφή των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων στα πρότυπα της ισραηλινής επιχείρησης του 1981 σε βάρος των ιρακινών εγκαταστάσεων Tuwaitha που κατέληξε στην καταστροφή του πυρηνικού αντιδραστήρα Osiraq, θα ισχυροποιήσει το θεοκρατικό καθεστώς και τις θέσεις των Ιρανών εθνικιστών τόσο στο εσωτερικό μέτωπο όσο και στο εξωτερικό.


Τον Δεκέμβριο 2007 μάλιστα η αμερικανική εθνική επιτροπή πληροφοριών (US National Intelligence Estimate) που εκπροσωπεί δεκαέξι υπηρεσίες πληροφοριών χαρακτήρισε ως «εξαιρετικά σίγουρο» ότι το Ιράν τερμάτισε το στρατιωτικό πυρηνικό του πρόγραμμα το 2003, ως «λιγότερο βέβαιο» ότι το πρόγραμμα παραμένει παγωμένο και ως «από λιγότερο έως εξαιρετικά σίγουρο» ότι το Ιράν αφήνει ανοικτή την επιλογή να αναπτύξει πυρηνικά όπλα. Η αναφορά της επιτροπής του 2007 διαφοροποιείται από σχετική αναφορά του 2005 η οποία κατέληγε ότι «το Ιράν εν έτος 2005 διέθετε ενεργό στρατιωτικό πυρηνικό πρόγραμμα».


Στο επίπεδο των εκτιμήσεων για το 2007, το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν εξακολουθεί να είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ισχυροποίηση και την εδραίωση του ιρανικού θεοκρατικού καθεστώτος. Και τούτο διότι η αμερικανική παρουσία στο Ιράκ, η αμερικανική στρατηγική απομόνωσης του Ιράν και η ύπαρξη του πυρηνικά εξοπλισμένου Ισραήλ στην περιοχή εκλαμβάνονται ως άμεσες απειλές για την ασφάλεια του ιρανικού καθεστώτος. Η ανάπτυξη του πυρηνικού προγράμματος αποσκοπεί στη διασφάλιση του ιρανικού πολιτικού κατεστημένου καθώς και την ενσωμάτωση της Τεχεράνης στη λέσχη των τεχνολογικά ισχυρών κρατών σε διεθνές επίπεδο.

Η στρατιωτική επιλογή εκ μέρους πρωτίστως του Ισραήλ και δευτερευόντως των ΗΠΑ φαίνεται για πρώτη φορά στη διάρκεια του 2007 να απομακρύνεται μεσοπρόθεσμα. Η αποκλιμάκωση ωστόσο της ιρανικής δημόσιας ρητορικής σε βάρος της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ σε συνδιασμό με τον τερματισμό της πολιτικής και λογιστικής στήριξης που παρέχει το ιρανικό καθεστώς προς τις ισλαμικές οργανώσεις Χεζμπολλάχ και Χαμάς, φαίνεται να αποτελούν προαπαιτούμενα για την έναρξη οιασδήποτε διαδικασίας ουσιαστικής προσέγγισης των τριών χωρών.


Δ. ΕΝΟΤΗΤΑ ΙΡΑΚ: ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΙΡΑΚΙΝΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ
Η επανα-ιρακινοποίηση του αμυντικού μηχανισμού του Ιράκ αποτέλεσε κύριο μέλημα τόσο της Ουάσιγκτον όσο και της ιρακινής ηγεσίας καθόλη τη διάρκεια του 2007, ως βασική προϋπόθεση προκειμένου αφενός να κατασταλεί η ένοπλη δράση σε πολύ συγκεκριμένες περιοχές, και αφετέρου να μπορέσουν να απεμπλακούν οι ΗΠΑ στρατιωτικά εν ευθέτω χρονικό διάστημα.

Αυτό που αποτελεί πλέον κοινή πεποίθηση είναι ότι η διάλυση του ιρακινού στρατού αφενός υπήρξε λανθασμένη επιλογή της αμερικανικής κυβέρνησης, η οποία στηρίχθηκε στις απόψεις εξόριστων ιρακινών αντιπολιτευτικών οργανώσεων που απείχαν επί μακρόν από τα πολιτικά και στρατιωτικά δρώμενα του Ιράκ, και αφετέρου έχει δημιουργήσει κενό ασφάλειας στον Περσικό Κόλπο.

Οπως επίσης, ότι η αποχώρηση των αμερικανικών και συμμαχικών στρατευμάτων προτού επιτευχθεί η σταθερότητα στο Ιράκ, αν όχι ο εκδημοκρατισμός του, μεταφράζεται σε πλήρη αποτυχία της πολιτικής της Ουάσιγκτον στο Ιράκ και την περιοχή γενικότερα. Σε αυτό το πλαίσιο, το Αμερικανικό Εθνικό Συμβούλιο Ασφάλειας δημοσιοποίησε τον Ιανουάριο 2007 την «Αναθεωρημένη Στρατηγική για το Ιράκ» (Iraq Strategy Review), η οποία αναγνωρίζει ότι:

(α) η ανασυγκρότηση του ιρακινού στρατού αποτελεί προαπαιτούμενο για την ανάπτυξη οιασδήποτε πολιτικής απεμπλοκής των ΗΠΑ και των συμμαχικών δυνάμεων από το Ιράκ.
(β) ο νέος ιρακινός στρατός πρέπει να βρίσκεται υπό τον πολιτικό έλεγχο της εκάστοτε κυβέρνησης ούτως ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα κατάχρησης της εξουσίας σε βάρος των πολιτών από υψηλόβαθμους Ιρακινούς στρατιωτικούς αξιωματούχους.

(γ) ο ιρακινός στρατός οφείλει να αποδεχθεί τον διακριτό του ρόλο και να δεσμευθεί στην μη ανάμιξή του σε επιχειρήσεις των ιρακινών σωμάτων ασφάλειας. Το 2007, το αμερικανικό State Department παραδέχθηκε την παροχή 1.2 δισ. δολαρίων στην εταιρία DynCorp International για την εκπαίδευση της ιρακινής αστυνομίας.

(δ) πρέπει να συντελεσθεί αύξηση του ιρακινού στρατού με τη δημιουργία 30 χιλιάδων πλέον θέσεων στρατεύσιμων, περεταίρω ανάπτυξη των στρατιωτικών μονάδων στους κόλπους της ιρακινής επικράτειας, και δημιουργία ενός Εθνικού Κέτρου Επιχειρήσεων, καθώς και μίας Ιρακινής Επίλεκτης Αντιτρομοκρατικής Δύναμης.

(ε) είναι ζωτικής πλέον σημασίας η αντιμετώπιση των απειλών που εκπορεύονται από το Ιράν και τη Συρία τόσο για την εσωτερική σταθερότητα και όσο και για τη φυσική παρουσία των αμερικανικών και συμμαχικών στρατευμάτων. Για αυτό, ο ιρακινός στρατός τονίζεται ότι πρέπει να είναι ενιαίος και εξοπλισμένος, ενώ τα υπάρχοντα ανεξάρτητα ένοπλα σώματα στρατού πρέπει είτε να διαλυθούν είτε να ενσωματωθούν σε αυτόν.

Αξίζει να σημειωθεί ότι πρόκειται για τις αντάρτικες κουρδικές δυνάμεις peshmerga των οποίων την ένταξη στο νέο ιρακινό στρατό δεν επιθυμούν τα δύο κουρδικά κόμματα των Ταλαμπανί και Μπαρζανί με το αιτιολογικό της παραμονής τους στα κοινά σύνορα με την Τουρκία και το Ιράν για την ασφάλεια των κουρδικών περιοχών και την παθητική αεράμυνα. Οσον αφορά στην ταξιαρχία Μπαντρ που ελέγχεται από το γειτονικό Ιράν και τον στρατό Μέχντι που πρόσκειται στο Σαντρ, ο οποίος επίσης ελέγχεται από το ιρανικό καθεστώς, η ενσωμάτωση αλλά και η διάλυσή τους είναι σχεδόν απίθανη στην παρούσα τουλάχιστο φάση. Ετσι ο διάλογος με το Ιράν κρίνεται επιβεβλημένος για την εδραίωση της σταθερότητας και της ασφάλειας στο Ιράκ. Σε διαφορετική περίπτωση, η ένοπλη αντιπαράθεση του νέου ιρακινού στρατού με την ταξιαρχία Μπαντρ και το στρατό Μέχντι θα εξακουθήσει να υφίσταται επί μακρόν και πάντοτε σε συνάρτηση με τις «επιθυμίες» αλλά και τις οδηγίες του ιρανικού θεοκρατικού καθεστώτος.

Εν ολίγοις, η ύπαρξη δύο ή περισσοτέρων σωμάτων ιρακινού στρατού εκτιμάται ότι αναποφεύκτα θα οδηγήσει σε μακροχρόνια εμφύλια διαμάχη, όπως συνέβη στην περίπτωση του Λιβάνου. Ως εκ τούτου, η διάλυση των ένοπλων δυνάμεων που ελέγχονται από το Ιράν και η ενσωμάτωση των αντάρτικων κουρδικών ομάδων στον νέο ιρακινό στρατό εκτιμάται ως επιβεβλημένη. Το μέγεθος του ιρακινού στρατού δεν προβλέπεται να είναι τόσο μεγάλο ώστε να συνιστά απειλή για τα γειτονικά κράτη αλλά ούτε και τόσο μικρό ώστε να διαταράξει την περιφερειακή ασφάλεια ισχύος.


Ε. ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΛΛΑΔΑ: ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ
Με δεδομένη την περιγραφείσα κατάσταση για το έτος 2007, εκτιμάται ότι υπάρχουν σημαντικά πεδία κοινής δράσης και βελτίωσης των σχέσεων της Ελλάδας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή τόσο με το Ισραήλ όσο και με επιλεγμένα αραβικά κράτη.

Στο κεφάλαιο των σχέσεων της Ελλάδας με το Ισραήλ, οι κυριότεροι τομείς κοινής δράσης εκτιμάται ότι μπορούν να επικεντρωθούν:

(1). Στην αξιοποίηση των καλών σχέσεων που διαθέτει η Ελλάδα με το Ιράν διατηρώντας ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας με τη συγκεκριμένη χώρα. Και τούτο διότι η ελληνική πλευρά είναι σε θέση να συνδράμει στην επίτευξη του διαφαινόμενου αμερικανικού και ισραηλινού στρατηγικού πλάνου για σταδιακή άμβλυνση των αντιθέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στο Ισραήλ και τις ΗΠΑ με το Ιράν. Αξίζει να επισημανθεί ότι το Τελ Αβίβ έχει επανειλημμένα εκφράσει την ικανοποίησή του για το μεσολαβητικό ρόλο που έχει αναλάβει στο πρόσφατο παρελθόν η ελληνική στρατιωτική διπλωματία. Αντιπροσωπευτική περίπτωση αποτελεί η ελληνική αποστολή διαμεσολάβησης στο Ιράν για την απελευθέρωση δεκατριών ισραηλινών που κρατούνταν από τις επίσημες ιρανικές αρχές με την κατηγορία της κατασκοπείας. Στο συνολικό σκηνικό, δεν πρέπει να διαφεύγει της ελληνικής προσοχής το γεγονός ότι τόσο το Ισραήλ όσο και οι ΗΠΑ αναπτύσσουν παράλληλες διαδικασίες προσέγγισης του Ιράν με τη μορφή διεξαγωγής εμπορίου από ευρωπαϊκά παραρτήματα ισραηλινών ή αμερικανικών εταιρειών, στην βάση της λογικής ότι η απομόνωση του Ιράν δεν είναι εφικτό να διατηρηθεί επί μακρόν.

(2). Στην οικοδόμηση μέτρων εμπιστοσύνης με κοινό στόχο τον έλεγχο και ενίσχυση του καθεστώτος της μη-διασποράς όπλων μαζικής καταστροφής στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της ευρύτερης Μέσης Ανατολής.

(3). Στην ενδυνάμωση της υφιστάμενης ελληνο-ισραηλινής συνεργασίας στον τομέα πάταξης της τρομοκρατίας, καθώς και στην αντιμετώπιση του προβλήματος λαθρομετανάστευσης που αντιμετωπίζει η χώρα μας. Ειδικότερα, η Αθήνα εκτιμάται ότι μπορεί να επωφεληθεί από τη μοναδική εμπειρία που διαθέτει το Ισραήλ σε θέματα συνοριακής επισκόπησης και ασφάλειας.

Στο κεφάλαιο των σχέσεων με τον αραβικό κόσμο, οι παραδοσιακά καλές σχέσεις της Ελλάδας με το σύνολο των αραβικών κρατών δίδουν στην Αθήνα τη δυνατότητα να διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο (major role) στην περιοχή. Δεδομένου ωστόσο του γεγονότος ότι η χώρα μας διαθέτει περιορισμένους πόρους για την άσκηση της πολιτικής της στην περιοχή, καθίσταται απαραίτητη η επιλογή ορισμένων κρατών-κλειδιά και ο καθορισμός συγκεκριμένων θεματολογιών που θα προσδώσουν το στίγμα της πολιτικής μας στη ΝΑ Μεσόγειο και την ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Υπό τα δεδομένα, η ελληνική πλευρά μπορεί να επικεντρωθεί:
(1). Στην ενεργό συνδρομή για την αποτελμάτωση και προώθηση του ειρηνευτικού διαλόγου στη Μέση Ανατολή. Η ανά πάσα στιγμή ετοιμότητα της ελληνικής διπλωματίας για προσφορά μεσολαβητικών υπηρεσιών στα πρότυπα των Συναντήσεων των Αθηνών (Ιούλιος, Δεκέμβριος 1997 και Σεπτέμβριος 1999) προκρίνεται ως ιδιαίτερα χρήσιμη. Ο "Διάλογος των Αθηνών" είναι ένα άτυπο φόρουμ που συγκεντρώνει στρατιωτικούς αξιωματούχους και πολιτικούς από την ισραηλινή και την παλαιστινιακή πλευρά λειτουργώντας -ως παράλληλη με τις επίσημες διαπραγματεύσεις- διαδικασία για την άμβλυνση των διαφορών και την αντιμετώπιση των εκάστοτε προβλημάτων που προκύπτουν. Εξάλου, η χώρα μας συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που πρωτοστάτησαν στην λήψη απόφασης για τον διορισμό του Ειδικού Απεσταλμένου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την επίλυση του Μεσανατολικού Ζητήματος.

(2). Στην πραγματοποίηση σειράς επισκέψεων σε κράτη της περιοχής τα οποία στηρίζουν τις ελληνικές θέσεις είτε για το Κυπριακό είτε για την μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη στο πλαίσιο του Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης (ΟΙΔ).

(3). Στην βελτίωση των σχέσεων με μετριοπαθή κράτη της περιοχής όπως η Ιορδανία. Η Ιορδανία ειδικότερα, μπορεί να αποτελέσει το εφαλτήριο της ελληνικής παρουσίας στην Παλαιστίνη, το Ιράκ αλλά και τα κράτη του Κόλπου. Και τούτο διότι η συγκεκριμένη χώρα συνιστά σημαντικό διαμετακομιστικό κέντρο στη Μέση Ανατολή με εν ενεργεία οδό που λειτουργεί με τη μορφή: Περσικός Κόλπος-Άκαμπα-Αμμάν-Βηρυτός-Δυτικός Κόσμος. Επιπρόσθετα, το Αμμάν διαθέτει από τα πλέον εξελιγμένα και ευέλικτα καθεστώτα στον αραβικό κόσμο, φιλελεύθερη οικονομία και πλήρως απελευθερωμένο τραπεζικό σύστημα.



No comments: