Sunday, November 14, 2010

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΙΣΛΑΜΙΚΗΣ ΔΙΑΣΚΕΨΗΣ: ΝΕΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΝΘΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΤΡΟΦΗ

(Φωτο από: http://europenews.dk)


Της Αντωνίας Δήμου*

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Στρατιωτική Ισορροπία και Γεωπολιτική, Τεύχος 7, Σεπτέμβριος 2010

Η 37η Διάσκεψη των ΥΠΕΞ του Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης (ΟΙΔ) που πραγματοποιήθηκε στο Τατζικιστάν από τις 18 έως τις 20 Μαϊου 2010 εξέτασε δύο αναφορές της Γενικής Γραμματείας για «την Κατάσταση στην Κύπρο» (OIC/CMF-37/2010/POL/SG.REP), και «την Κατάσταση της Τουρκο-μουσουλμανικής Μειονότητας στη Δυτική Θράκη-Ελλάδα» (OIC/CFM-37/2010/MM/SG.REPΣ) σημεία των οποίων ενσωματώθηκαν στις τελικές αποφάσεις που λήφθηκαν από την ολομέλεια του Οργανισμού.

Η απόφαση για το Κυπριακό εστιάζει στην άρση της απομόνωσης της τουρκοκυπριακής πλευράς, την επέκταση των σχέσεων σε όλους τους τομείς και την ανταλλαγή υψηλόβαθμων επισκέψεων αντιπροσωπειών των κρατών-μελών του οργανισμού με την τουρκοκυπριακή πλευρά, ενώ κατηγορεί τους Ελληνοκύπριους… για υπερεξοπλισμούς! Η απόφαση για την «τουρκο-μουσουλμανική» μειονότητα στην Ελλάδα υιοθετεί τους ισχυρισμούς της Γενικής Γραμματείας του ΟΙΔ, ότι δήθεν η μειονότητα αποστερείται των δικαιωμάτων της όσον αφορά στις ευκαιρίες για εκπαίδευση στη μητρική γλώσσα (σ.σ.: τουρκική), τη δυνατότητα εκτέλεσης των θρησκευτικών της καθηκόντων, τη διοίκηση των ισλαμικών ιδρυμάτων και τη διατήρηση της πολιτιστικής της κληρονομιάς.

Οι συγκεκριμένες αποφάσεις κάθε άλλο παρά ευνοούν την Ελλάδα, η οποία για μια ακόμη φορά δεν κατόρθωσε να κινηθεί εγκαίρως ώστε να αποτρέψει την «υιοθέτηση» των αναφορών που καταφανώς αποτελούν προϊόν συντονισμένων ενεργειών της τουρκικής διπλωματίας και της εφαρμογής συγκεκριμένης στρατηγικής αξιοποίησης του ΟΙΔ για την προώθηση των στρατηγικών στόχων της Άγκυρας, οι οποίοι βασίζονται στο όραμα περί νεοθωμανισμού όπως αυτό σφυρηλατείται από τον Τούρκο υπουργό εξωτερικών Αχμεντ Νταβούτογλου.

Ο νεοθωμανισμός είναι το όραμα της σύγχρονης τουρκικής εξωτερικής πολιτικής που στοχεύει στην ανάδειξη της Τουρκίας σε ηγετική περιφερειακή δύναμη στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και στα Βαλκάνια με την ανασύσταση των ορίων επιρροής και του ζωτικού χώρου της πάλαι ποτέ Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η κυβέρνηση Ερντογάν οικοδομεί το οθωμανικό και ισλαμικό προφίλ της Τουρκίας εντέχνως με τη δημιουργία στο υπουργείο εξωτερικών της χώρας μίας νέας τάξης μη-κεμαλικών πρεσβευτών οι οποίοι εκτιμάται ότι επιλέγονται στη βάση των ισλαμικών-οθωμανικών τους προσόντων καθώς και μίας παράλληλης επετηρίδας ειδικών για προξενικά θέματα με επίκεντρο τα μειονοτικά, πολιτιστικά και θρησκευτικά ζητήματα πάντοτε σε αγαστή συνεργασία με την εκάστοτε πρεσβεία. Σε αυτό το πλαίσιο πολιτικής, η αναβάθμιση του προξενείου της Κομοτηνής πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεδομένη.

Ο νέος Νόμος περί Τουρκικής Υπηκοότητας επίσης λειτουργεί επικουρικά στην υλοποίηση της ιδέας του παν-τουρκισμού η οποία προβάλλεται κεκαλυμένα με οθωμανικό προφίλ. Προηγήθηκε δε της ψήφισης του νόμου η σύνταξη σχετικού χάρτη, του περίφημου «Χάρτη της Τουρκικής Ομογένειας», ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του «οράματος Νταβούτογλου» για την ανασύσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με τον νέο νόμο περί Τουρκικής υπηκοότητας οι ξένοι που συμβάλλουν πολιτιστικά, επιστημονικά και αθλητικά στη διεθνή προβολή της Τουρκίας αλλά και επενδύουν οικονομικά εντός της τουρκικής επικράτειας μπορούν να αποκτήσουν την Τουρκική υπηκοότητα. Οι πολυπληθείς Τουρκογενείς πληθυσμοί του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας βρίσκονται στο στόχαστρο του νέου τουρκικού νόμου, ενώ ειδικές θεματικές ομάδες εργασίας έχουν προβεί στη σύσταση σχετικών αναφορών που εστιάζουν στους «Τουρκικής καταγωγής» πολίτες των βαλκανικών κρατών, όπως της Ελλάδας και της Βουλγαρίας καθώς και της Μέσης Ανατολής. Προφανής σκοπός της Τουρκίας αποτελεί η αριθμητική ανέλιξη στα 160 εκατομμύρια εντός της επόμενης δεκαετίας των Τούρκων υπηκόων παγκοσμίως.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι η πρόθεση της Τουρκίας να παίξει ηγετικό ρόλο στη διαμόρφωση των πανισλαμικών πολιτικών σε πλήρη εφαρμογή του οράματος του νεοθωμανισμού έλαβε σάρκα και οστά το 2004 με την εξασφάλιση στην ηγεσία της Γενικής Γραμματείας του Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης του Τούρκου τότε υποψηφίου, Δρ Ιχσάνογλου.

Η Ελλάδα και η Κύπρος οφείλουν να ξεφύγουν από το τέλμα της ενεργούς παθητικότητας στην οποία έχουν περιέλθει την τελευταία δεκαετία και να προχωρήσουν στην ισχυροποίηση των θέσεων τους δημιουργώντας διπλωματικά, γεωπολιτικά και διεθνή ερείσματα μέσα από μεθοδική προσέγγιση και ρεαλιστική στοχοθεσία όσον αφορά στην τουρκική εξωτερική πολιτική. Με αυτό τον τρόπο η κατάληψη της μισής Κύπρου, η δημιουργία προϋποθέσεων «αυτονομίας» στη Δυτική Θράκη και η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο, όπως αποτυπώνονται στο όραμα Νταβούτογλου, θα παραμείνουν αποκλειστικά στο επίπεδο του τουρκικού οραματισμού.

Ο Νταβούτογλου άλλωστε αποτελεί άριστο γνώστη του θεωρητικού μοντέλου της αγγλοσαξωνικής γεωπολιτικής ανάλυσης του Χάλφορντ Μάκιντερ (1861–1947) στο οποίο έχει προσαρμόσει την τουρκική πολιτική υψηλής στρατηγικής, η οποία συνίσταται στην κατάκτηση ηγετικής γεωπολιτικής θέσης, όπως αυτή επιβάλλεται από το γεωγραφικό πλεονέκτημα του «στρατηγικού βάθους» της Τουρκίας. Οι απόψεις Νταβούτογλου αποτυπώνονται στο βιβλίο του με τίτλο “Στρατηγικό Βάθος: Η θέση της Τουρκίας στη Διεθνή Σκηνή” (Stratejik Derinlik: Türkiye'nin Uluslararası Konumu).

Σε ότι αφορά στην Ελλάδα και την Κύπρο, στη σελίδα 175 του βιβλίου με υπότιτλο «Ο στρατηγικός γόρδιος δεσμός της Τουρκίας: Η Κύπρος», ο Νταβούτογλου αναφέρει: «Η Κύπρος διαθέτει κεντρική θέση μέσα στην παγκόσμια ήπειρο αφού βρίσκεται σε ίση απόσταση από την Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική. Μαζί με την Κρήτη ευρίσκεται σε μία γραμμή πάνω στην οποία διασταυρώνονται οι θαλάσσιες οδοί. Η Κύπρος κατέχει θέση μεταξύ των Στενών, που χωρίζουν Ευρώπη και Ασία, και της Διώρυγας του Σουέζ, που χωρίζει Ασία και Αφρική, ενώ ταυτοχρόνως έχει τη θέση μίας σταθερής βάσης και ενός αεροπλανοφόρου, που θα πιάνει το σφυγμό των θαλασσίων οδών του Άντεν και του Χορμούζ, μαζί με τις λεκάνες του Κόλπου και της Κασπίας, που είναι οι πιο σημαντικοί οδοί σύνδεσης Ευρασίας-Αφρικής».

Ενώ στη σελίδα 180, ο Νταβούτογλου εστιάζει στην τουρκική πολιτική έναντι της Κύπρου: «Την Κύπρο δεν μπορεί να αγνοήσει καμία περιφερειακή ή παγκόσμια δύναμη που κάνει στρατηγικούς υπολογισμούς στη Μ. Ανατολή, την Α. Μεσόγειο, το Αιγαίο, το Σουέζ, την Ερυθρά θάλασσα και τον Κόλπο. Η Κύπρος βρίσκεται σε τόσο ιδανική απόσταση απ’ όλες τις περιοχές, που έχει την ιδιότητα μίας παραμέτρου που τις επηρεάζει όλες άμεσα. Η Τουρκία, το στρατηγικό πλεονέκτημα που απέκτησε την δεκαετία του 1970 πάνω σε αυτήν την παράμετρο, πρέπει να το αξιοποιήσει όχι ως στοιχείο μίας αμυντικής Κυπριακής πολιτικής με στόχο την διαφύλαξη του σημερινού status quo, αλλά ως ένα θεμελιώδες στήριγμα μίας επιθετικής θαλάσσιας στρατηγικής διπλωματικού χαρακτήρα». Και συμπυκνώνει την θέση του: «Μία χώρα που αγνοεί την Κύπρο δεν μπορεί να είναι ενεργή στις παγκόσμιες και περιφερειακές πολιτικές».

Με βάση τα δεδομένα, οι αποφάσεις του Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης για «την Κατάσταση στην Κύπρο» (7/37 Ρ) και «την Κατάσταση της Τουρκο-μουσουλμανικής Μειονότητας στη Δυτική Θράκη-Ελλάδα» (7/37ΜΜ) καθίσταται περισσότερο από σαφές ότι εντάσσονται στις επιδιώξεις της Τουρκίας να δημιουργήσει μία δυναμική και να επιφέρει τη μέγιστη δυνατή νομιμοποίηση των θέσεων της έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου έτσι ώστε να μπορεί να χρησιμοποιήσει ανά πάσα στιγμή το νομικό πλεονέκτημα που απέκτησε στο πλαίσιο ενός διεθνούς ισλαμικού οργανισμού και να επιβάλλει την πολιτική της.


(Φωτο από: http://www.http://eleytherospoliorkimenos.blogspot.com)
Ι. ΚΥΠΡΙΑΚΟ
Στο πλαίσιο της 37ης Διάσκεψης των υπουργών Εξωτερικών του ΟΙΔ, ψηφίστηκε η απόφαση Νο. 7/37 P για το Κυπριακό, η οποία εστιάζει στην άρση της απομόνωσης της τουρκοκυπριακής πλευράς, την επέκταση των σχέσεων σε όλους τους τομείς και την ανταλλαγή υψηλόβαθμων επισκέψεων αντιπροσωπειών των κρατών-μελών με την τουρκοκυπριακή πλευρά.

Αξίζει να επισημανθεί ότι οι Τουρκοκύπριοι συμμετέχουν στον ΟΙΔ με την ονομασία «Τουρκοκυπριακό κράτος», απόφαση η οποία ελήφθη από τη Σύνοδο που πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη τον Ιούνιο 2004. Καθίσταται προφανές ότι η Τουρκία βαδίζει μεθοδικά με σκοπό τη σταδιακή διεθνή αναγνώριση του ψευδοκράτους.

Η απόφαση επικεντρώνεται στα εξής:

1. Εκκληση προς τη διεθνή κοινότητα να ενθαρρύνει την ελληνοκυπριακή πλευρά προκειμένου αυτή να εργαστεί «εποικοδομητικά» προς την κατεύθυνση επίτευξης λειτουργικής λύσης στο Κυπριακό στη βάση των παραμέτρων που έθεσε ο ΟΗΕ στο πλαίσιο του Σχεδίου διευθέτησης το 2004.

2. Εκκληση προς τα κράτη-μέλη του ΟΙΔ και των ιδρυμάτων που ανήκουν οργανικά σε αυτόν να επιδείξουν αποτελεσματική αλληλεγγύη στον τουρκο-μουσουλμανικό λαό της Κύπρου και να τους ενισχύσουν υλικά και πολιτικά προκειμένου να ξεπεράσουν την απάνθρωπη απομόνωση που τους έχει επιβληθεί καθώς και να ξεκινήσουν δραστηριότητες με σκοπό την ενίσχυση της συνεργασίας με τους Τουρκοκύπριους.

3. Ενθάρρυνση των κρατών-μελών να ανταλλάξουν επιχειρηματικές αντιπροσωπείες με την τουρκοκυπριακή πλευρά προκειμένου να εξετασθούν ευκαιρίες για οικονομική συνεργασία και επενδύσεις σε τομείς όπως ο τουρισμός, οι μεταφορές και η ανταλλαγή πληροφοριών. Επίσης να αναπτύξουν πολιτιστικές σχέσεις και αθλητικές επαφές καθώς και να ενθαρρύνουν την ακαδημαϊκή συνεργασία με τουρκο-κυπριακά πανεπιστημιακά ιδρύματα περιλαμβανόμενων των φοιτητικών και ακαδημαϊκών ανταλλαγών.

4. Εγκριση για την πραγματοποίηση σεμιναρίου υπό την αιγίδα του ΟΙΔ στο «τουρκοκυπριακό κράτος» με θέμα την ανώτερη εκπαίδευση εντός του πρώτου τριμήνου του 2011 με σκοπό την περαιτέρω συνεργασία και την αλληλεγγύη με τον μουσουλμανικό τουρκοκυπριακό λαό.

5. Αποδοκιμασία της ελληνοκυπριακής πλευράς η οποία προβαίνει σε υπερεξοπλισμούς καθώς και στην κατασκευή ναυτικών και αεροπορικών βάσεων θέτοντας με αυτό τον τρόπο υπό απειλή την σταθερότητα και την ειρήνευση στην Μεγαλόνησο.

6. Την επιβεβαίωση προηγούμενων αποφάσεων του Οργανισμού, μέχρις ότου να επιλυθεί το Κυπριακό, που αφορούν στην υποστήριξη για την προβολή και διατύπωση των τουρκοκυπριακών θέσεων από τα κράτη-μέλη του ΟΙΔ σε όλα τα διεθνή fora, οποτεδήποτε το Κυπριακό τίθεται προς συζήτηση, στη βάση της ισοτιμίας των δύο πλευρών της Μεγαλονήσου.

7. Εκκληση προς την Γενική Γραμματεία να εξασφαλίσει τη συνέχιση των απαραίτητων επαφών με την Ισλαμική Τράπεζα Ανάπτυξης προκειμένου να εξασφαλιστούν οι πόροι για την εκτέλεση αναπτυξιακών προγραμμάτων της τουρκοκυπριακής πλευράς.

8. Αναγνώριση της «επιθυμίας» του Τουρκοκυπριακού λαού να ταξιδεύει ελεύθερα στο σύνολο των κρατών μελών του Οργανισμού.

9. Αποδοχή να εξεταστεί το αίτημα της τουρκοκυπριακής πλευράς για συμμετοχή με το καθεστώς του πλήρους κράτους μέλους στον ΟΙΔ, καθώς και επικρότηση της απόφασης που έλαβε η Ισλαμική Αθλητική Ομοσπονδία (ISSF) να αποδεχθεί στους κόλπους της το «τουρκοκυπριακό κράτος» με το καθεστώς του παρατηρητή.

10. Ενθάρρυνση των κρατών-μελών να ενημερώσουν την Γενική Γραμματεία σχετικά με τις δράσεις που ελήφθησαν για την εφαρμογή προηγούμενων αποφάσεων και ειδικότερα των αποφάσεων Νο. 2/31-Ρ, Νο. 6/35-Ρ, Νο. 6/36-Ρ και Νο. 3/11-Ρ, οι οποίες εστίαζαν (α) στη δημιουργία Ταμείου Κεφαλαίων (Trust Fund) για τη βοήθεια των Τουρκοκυπρίων. (β) στην υποβοήθηση της τουρκοκυπριακής πλευράς με την ενθάρρυνση της ενεργούς εμπλοκής της στις διάφορες δραστηριότητες του ΟΙΔ. (γ) στην πρόσκληση Τουρκοκυπρίων επισήμων να συμμετάσχουν σε συναντήσεις και συμπόσια που οργανώνουν τα κράτη-μέλη, (δ) στην αναγνώριση των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων του τουρκοκυπριακού «κράτους».. (ε) στην καταγραφή των επιχειρηματικών επενδύσεων στον τουριστικό τομέα, καθώς και των αριθμών των πολιτών του ισλαμικού κόσμου που χρησιμοποιούν τα τουριστικά θέρετρα του βορείου τμήματος της Μεγαλονήσου. (στ) στην πρόσκληση της Ισλαμικής Τράπεζας Ανάπτυξης (IDB) να στείλει στο βόρειο τμήμα της νήσου μία τεχνική αποστολή προκειμένου να διερευνηθούν οι πιθανότητες εκτέλεσης συγκεκριμένων έργων υποδομής. (ζ) στις προηγούμενες εκκλήσεις προς το Ταμείο Ισλαμικής Αλληλεγγύης (ISF) να αυξήσει το ύψος της οικονομικής βοήθειας που παρέχει στους Τουρκοκυπρίους και να περιλάβει υπηρεσίες υγείας, ισλαμικά σχολεία, κοινωνικές και αθλητικές δραστηριότητες, να χρηματοδοτήσει συμπόσια και θρησκευτικά σεμινάρια, παράλληλα με την αύξηση της βοήθειας για τη συντήρηση και ανακαίνιση τζαμιών και θρησκευτικών κέντρων, καθώς και (η) στη χορήγηση υποτροφιών σε μουσουλμάνους φοιτητές του «τουρκοκυπριακού κράτους».

Η σταδιακή άρση της απομόνωσης της τουρκοκυπριακής πλευράς αποτελεί πραγματικότητα και έχει ξεκινήσει με τη συνεργασία σε ζητήματα «χαμηλής προτεραιότητας» που αποτελούν ωστόσο βασικό πυλώνα στη διαδικασία ανάπτυξης των σχέσεων σε επικοινωνιακό αλλά και σε ουσιαστικό επίπεδο. Πιο συγκεκριμένα, η τουρκοκυπριακή πλευρά συμμετείχε σε Τουρνουά Αθλητικών Δραστηριοτήτων Μουσουλμάνων Γυναικών που διοργανώθηκε στην Τεχεράνη, αφού προηγουμένως η Γενική Γραμματεία ενθάρρυνε την ηγεσία της Ισλαμικής Αθλητικής Ομοσπονδίας να επιτρέψει τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων σε όλες τις ισλαμικές αθλητικές δραστηριότητες.

Επίσης, ο "υπουργός" Παιδείας και Πολιτισμού της τουρκοκυπριακής πλευράς παρευρίσκεται στις συναντήσεις της Γενικής Συνέλευσης της Διαρκούς Επιτροπής του ΟΙΔ για την Επιστημονική και την Τεχνολογική Συνεργασία (COMSTECH) και μάλιστα συνδράμει με χρηματικό ποσό στον ετήσιο προϋπολογισμό της COMSTECH.

Η τουρκοκυπριακή πλευρά προβαίνει και σε συστηματική πολιτική εκμετάλλευση του αρνητικού αποτελέσματος του δημοψηφίσματος για το Σχέδιο Ανάν στην Κύπρο, προωθώντας αποφάσεις που κατακρίνουν την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν από την ελληνοκυπριακή πλευρά. Στην απόφαση Νο. 7/37-Ρ για το Κυπριακό, η ολομέλεια του ΟΙΔ επιδοκίμασε το Σχέδιο Ανάν, «που στόχευε στη δημιουργία μιας νέας κατάστασης πραγμάτων στην Κύπρο με τη μορφή ενός νέου διζωνικού συνεταιρισμού με δύο ισότιμα συνταγματικά ΚΡΑΤΗ», και εκφράζει «την στήριξη στις συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις με σκοπό την επίλυση του Κυπριακού, υπό την αιγίδα της Αποστολής Καλής Θέλησης (Good Offices Mission) του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ που τοποθετείται χρονικά ήδη από την 3η Σεπτεμβρίου 2008 και την πρόδηλη επιθυμία τόσο της τουρκοκυπριακής πλευράς όσο και της Τουρκίας για μία δίκαιη και διαρκή διευθέτηση».

Με βάση τα ανωτέρω, καθίσταται περισσότερο από ποτέ επιτακτική η διπλωματική ενεργοποίηση της Ελλάδας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, με τον ταυτόχρονο επαναπροσδιορισμό των σχέσεών της με τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο. Η Αθήνα οφείλει να διεκδικήσει με κάθε τρόπο τη συνέχιση της ισορροπημένης πολιτικής που ακολουθούσαν έναντι του Κυπριακού τόσο τα αραβικά κράτη όσο και το Ισραήλ, υποστηρίζοντας την εξεύρεση δίκαιης και βιώσιμης λύσης.

ΙΙ. ΚΥΠΡΟΣ ΚΑΙ ΓΕΙΤΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Η νέα απόφαση του ΟΙΔ 7/37 Ρ κάθε άλλο παρά ευνοεί την Ελλάδα, η οποία για μια ακόμη φορά δεν κατόρθωσε να κινηθεί εγκαίρως σε συνεργασία με την Κύπρο ώστε να αποτραπεί η «υιοθέτηση» της απόφασης για την «Κατάσταση στην Κύπρο» από την ολομέλεια του Οργανισμού. Για αυτό είναι πολύ χρήσιμο να αποτυπωθούν οι πολιτικές θέσεις του γειτονικού περιβάλλοντος έναντι του Κυπριακού ώστε η χώρα μας να συνειδητοποιήσει ότι έχει άσους στη διπλωματική της φαρέτρα, τους οποίους μπορεί να «παίξει» και αξιοποιήσει άμεσα.

Η πρόσφατη δραστηριοποίηση της ελληνικής διπλωματίας στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής έχει ως αποδέκτες τα αραβικά κράτη και το Ισραήλ, κινείται δε προς την σωστή κατεύθυνση. Και τούτο διότι η Αθήνα κατέστησε σαφή την αντίφαση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής η οποία ομιλεί και καταδικάζει την ισραηλινή κατοχή στη Γάζα, τη στιγμή που η ίδια ενέχεται στην κατοχή μεγάλου τμήματος της Κύπρου. Τη συγκεκριμένη ελληνική θέση υιοθετεί το σύνολο των αραβικών κρατών και το Ισραήλ, εκθέτοντας την φιλόδοξη πλην όμως υποκριτική και «εθνικώς ιδιοτελή» νεοθωμανική εξωτερική πολιτική της Τουρκίας.

Πρόσφατα δε η ηγεσία της Αθήνας κινήθηκε με γνώμονα την εισαγωγή εκ νέου της Ελλάδας στον γεωπολιτικό χάρτη της Μέσης Ανατολής και εμφανίσθηκε αποφασισμένη να παράσχει τις μεσολαβητικές της υπηρεσίες προκειμένου να συμβάλλει με κάθε τρόπο στη σύναψη ειρηνευτικών συμφωνιών ανάμεσα στο Ισραήλ και συγκεκριμένα αραβικά κράτη. Η ελληνική παρέμβαση δεν επιχειρεί να υποκαταστήσει ή/και να ανταγωνιστεί τον όποιο ρόλο της Τουρκίας στην περιοχή. Η γενική τοποθέτηση της Ελλάδας εκτιμάται ότι είναι αυτόνομη και διέπεται από τις αρχές και τις αξίες της Ενωμένης Ευρώπης, τις οποίες μόνο ένα κράτος μέλος που διαθέτει εξαιρετικές σχέσεις με την αραβική και την ισραηλινή πλευρά, μπορεί να πρεσβεύει.
Η πιθανή ελληνική εμπλοκή στις όποιες αραβοϊσραηλινές ειρηνευτικές συνομιλίες νομιμοποιεί και προσφέρει στην διπλωματική φαρέτρα της χώρας τη δυνατότητα να συνδέσει ενδεχόμενη πρόοδο επί παραδείγματι στις σχέσεις Ισραηλινών-Παλαιστινίων με τις εξελίξεις στο Κυπριακό. Διαφορετικά εάν η Ελλάδα, παρά περί τις του αντιθέτου διαβεβαιώσεις, επιλέξει να παραμείνει απλώς θεατής των δρώμενων στο ευρύτερο γεωπολιτικό της περιβάλλον επιλέγοντας να υιοθετήσει όχι απλά μία άκρως παθητική στάση αλλά μία επικίνδυνη ουδετερότητα, χάνοντας κυριολεκτικά την δυνατότητα της να επηρεάζει μέσω φιλικών χωρών πολιτικές οι οποίες αναπτύσσονται σε fora στα οποία δεν έχει η ίδια πρόσβαση, όπως ο ΟΙΔ, και που αφορούν τόσο την ίδια όσο και την Κύπρο, τότε θα επιβεβαιώσει την πλήρη ισχύ περισσότερο από ποτέ του Θουκυδίδειου αποφθέγματος σύμφωνα με το οποίο «Ισχυροί πράττουσι, αδύναμοι συγχωρούσι».


Α. Ισραηλινή Πολιτική στο Κυπριακό

Αξιοπρόσεκτη είναι η ισορροπημένη πολιτική που παγίως ακολουθεί το Ισραήλ έναντι του κυπριακού προβλήματος. Και τούτο διότι το Ισραήλ ταυτίζεται με την ελληνοκυπριακή πλευρά ως το πολιτικά και οικονομικά ισχυρό μέρος στη διένεξη, κατά το πρότυπο της ισραηλινο-παλαιστινιακής διένεξης.

To Ισραήλ υποστηρίζει την εξεύρεση λύσης στη βάση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας για τους ακόλουθους λόγους:

1. Η διχοτόμηση, εκτιμάται, ότι δεν ωφελεί καμία από τις δύο κοινότητες και ενδέχεται να έχει αρνητικό αντίκτυπο στην ευρύτερη περιοχή. Προς θεμελίωση της συγκεκριμένης εκτίμησης παρατίθεται το ιστορικό προηγούμενο της διχοτόμησης της ινδικής υποηπείρου (subcontinent) μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν το 1947. Ο διαχωρισμός συνοδεύτηκε από ανταγωνισμό εξοπλισμών ο οποίος οδήγησε στην πυρηνικοποίησή τους το 1998. Σε περίπτωση επανάληψης του ιδίου σεναρίου στην Κύπρο θα δημιουργούνταν αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Μεσογείου.

2. Το ενδιαφέρον του Ισραήλ για τη διευθέτηση του Κυπριακού λαμβάνει υπόψη τον παράγοντα Ρωσία. Μία διζωνική, δικοινοτική λύση θα λειτουργούσε ανασταλτικά στις όποιες προσπάθειες της Μόσχας που στοχεύουν στην κεφαλαιοποίηση τοπικών διενέξεων. Η συγκεκριμένη ισραηλινή αντίληψη αποτυπώθηκε άλλωστε στην περίπτωση των ρωσικών αντιαεροπορικών-αντιβαλλιστικών συστημάτων S-300 που επρόκειτο να εγκατασταθούν στην Κύπρο το 1998. Ειδικότερα, το Ισραήλ αντιτάχθηκε ποικιλοτρόπως στην εφαρμογή της συμφωνίας Ρωσίας-Κύπρου που αφορούσε στην εγκατάσταση των S-300 στη Μεγαλόνησο με το αιτιολογικό της γεωγραφικής εγγύτητας Ισραήλ-Κύπρου (κυρίως όταν έγινε γνωστό ότι Ρώσοι ειδικοί θα χειρίζονταν επί μακρόν τα συστήματα εκπαιδεύοντας τους Ελληνοκύπριους, αφού διατύπωσαν την εύλογη ανησυχία μήπως η εικόνα που θα λάμβαναν τα ραντάρ των συστημάτων θα κατέληγαν στη Συρία).

3. Το Ισραήλ αντιτίθεται σε οποιαδήποτε πιθανότητα σύστασης ενός ριζοσπαστικού ισλαμικού κρατιδίου στη Βόρεια Κύπρο. Υπάρχουν ανησυχίες ότι στην περίπτωση της διχοτόμησης, ενδέχεται να αναδειχθούν ακραία ισλαμικά στοιχεία ως απόρροια πιθανής οικονομικής ή πολιτικής αναταραχής στο τουρκοκυπριακό τμήμα της Μεγαλονήσου.

4. Μία διζωνική, δικοινοτική λύση θα μπορούσε να ισχυροποιήσει τη διαπραγματευτική θέση του Ισραήλ στην αναζήτηση-εφαρμογή παρόμοιας λύσης όσον αφορά στο ζήτημα του τελικού καθεστώτος της πόλης των Ιεροσολύμων. Ως γνωστόν, τα Ιεροσόλυμα διεκδικούνται ως πρωτεύουσα τόσο από το Ισραήλ όσο και τους Παλαιστινίους. Η πιθανότητα διχοτόμησης της Λευκωσίας δεν αποτελεί θετική εξέλιξη για το Ισραήλ καθώς το παρόν καθεστώς στη Λευκωσία προσομοιάζει με αυτό της πόλης των Ιεροσολύμων προτού διχοτομηθούν το 1967. Ως εκ τούτου, η διχοτόμηση της Λευκωσίας θα αποτελούσε αρνητικό προηγούμενο για την διεκδίκηση εκ μέρους του Ισραήλ της πλήρους εθνικής κυριαρχίας επί της αδιαίρετης ισραηλινο-παλαιστινιακής πρωτεύουσας των Ιεροσολύμων.

5. Η προώθηση μίας κοινά αποδεκτής φόρμουλας για την κατανομή των πολιτικών εξουσιών στην Κύπρο, θα μπορούσε να αποτελέσει μοντέλο για την εφαρμογή παρόμοιας λύσης στην ισραηλινο-παλαιστινιακή υπόθεση.


(Φωτο από: http//:www.nationalpride.wordpress.com)

Β. Η Αραβική Πολιτική στο Κυπριακό και ο Ρόλος της Τουρκίας

Το σύνολο των αραβικών κρατών ακολουθεί πολιτική ίσων αποστάσεων έναντι της Αθήνας και της Άγκυρας. Συγκεκριμένα, επιχειρείται να διατηρηθεί μία εξαιρετικά λεπτή ισορροπία στις σχέσεις τους με την Ελλάδα και την Τουρκία. Η εν λόγω στάση εξηγείται στη βάση της παραδοσιακής φιλοαραβικής ελληνικής πολιτικής και κυρίως της ομοιότητας του Κυπριακού προβλήματος με το Παλαιστινιακό.

Ως εκ τούτου, η πλειονότητα των αραβικών κρατών στήριζε τις ελληνικές θέσεις στο Κυπριακό, ειδικά έπειτα από την τουρκική εισβολή του 1974, όταν το ελληνικό αίτημα για εφαρμογή των αποφάσεων του ΟΗΕ περί αποχώρησης των στρατευμάτων κατοχής από το βόρειο τμήμα της Μεγαλονήσου συνέπιπτε με τα αντίστοιχα αραβικά αιτήματα για αποχώρηση του Ισραήλ από τη Δυτική Όχθη, την Λωρίδα της Γάζας, τα Υψώματα του Γκολάν και τον Νότιο Λίβανο.

Οι σχέσεις του αραβικού κόσμου με την Κυπριακή Δημοκρατία προσεγγίζουν υψηλά επίπεδα ανάπτυξης. Ταυτόχρονα όμως και προς εφαρμογή σειράς αποφάσεων του ΟΙΔ για την κατάσταση στην Κύπρο, ορισμένα αραβικά κράτη έχουν αρχίσει να αναπτύσσουν εμπορικές και άλλες σχέσεις και με το κατεχόμενο τμήμα της Μεγαλονήσου, με προεξέχουσα περίπτωση αυτή της Συρίας.

Η συριακή θέση έναντι της Κύπρου άρχισε να τροποποιείται σταδιακά μεν αλλά σταθερά δε, έπειτα από τις «επιθέσεις» διπλωματικής και στρατιωτικής φιλίας προς αυτή εκ μέρους της Τουρκίας, με αποκορύφωμα βέβαια τον τελευταίο τουρκικό ρόλο μεσολάβησης ανάμεσα σε Συρία και Ισραήλ για τη διευθέτηση των μεταξύ τους διαφορών. Η διαφοροποίηση της Συρίας φάνηκε ξεκάθαρα το 2007 στο ζήτημα που αφορούσε την ακτοπλοϊκή σύνδεση των κατεχομένων στη Κύπρο με τη Συρία, όταν η στάση που τήρησε στο θέμα αυτό ήρθε απλά να δέσει ως ικανοποίηση σχετικού αιτήματος της Τουρκίας, χρησιμοποιώντας βέβαια ως πλαίσιο για την υλοποίηση του εν λόγω αιτήματος τον ΟΙΔ.

Ειδικότερα και προς χάριν υπενθύμισης των γεγονότων, η ακτοπλοϊκή σύνδεση των κατεχομένων στην Κύπρο με τη Συρία, εξελίχθηκε σε διπλωματικό βατερλό για τη Λευκωσία και την Αθήνα. Παρά τις διαβεβαιώσεις αξιωματούχων της συριακής κυβέρνησης ότι η Δαμασκός αναγνωρίζει μόνο την Κυπριακή Δημοκρατία και ότι δεν έχει συνάψει καμία συμφωνία με τις λεγόμενες αρχές για άνοιγμα λιμανιών των κατεχομένων, όπως μεταδόθηκε τότε από το διεθνή τύπο, η Συρία ανακοίνωσε την πραγματοποίηση δυο εβδομαδιαίων ακτοπλοϊκών δρομολόγιων μεταξύ της κατεχόμενης Αμμοχώστου και της συριακής Λατάκια. Σύμφωνα μάλιστα με δηλώσεις Σύριων αξιωματούχων στον τομέα της ναυτιλίας της Συρίας, «τα δρομολόγια αποσκοπούν στην προώθηση του τουρισμού ανάμεσα στις δύο χώρες(!)». Ενώ για την τουρκοκυπριακή πλευρά, η ακτοπλοϊκή σύνδεση της με τη Συρία ουσιαστικά αποτελεί γέφυρα ανάμεσα στο βόρειο τμήμα της Νήσου με τη Μέση Ανατολή.

Ο Τουρκοκύπριος «υπουργός» Οικονομίας και Ενέργειας Σουνάτ Ατούν στη διάρκεια πρόσφατης επίσκεψης που πραγματοποίησε στη Δαμασκό ως σταθμό περιοδείας που περιλάμβανε τη Συρία και τον Λίβανο, ανακοίνωσε την πρόθεση της τουρκοκυπριακής πλευράς να προβεί εντός του 2010 σε άνοιγμα διπλωματικού γραφείου στη Συρία. Επίσης ανακοίνωσε την απόφαση για αμοιβαία άρση έκδοσης των αδειών εισόδου (visa) ανάμεσα στην Συρία και το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου την οποία απέδωσε στις επιτυχείς διπλωματικές προσπάθειες της Τουρκίας και πάντοτε σε εκτέλεση σχετικής απόφασης του Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης. Ο Τουρκοκύπριος "υπουργός" στη συνέχεια επισκέφθηκε τον Λίβανο προκειμένου να συναντηθεί με Λιβανέζους επιχειρηματίες και να ενημερωθούν για επενδυτικές ευκαιρίες στην κατεχόμενη Κύπρο.

Οι σχέσεις της τουρκοκυπριακής πλευράς με τη Συρία έχουν προσεγγίσει υψηλά επίπεδα ανάπτυξης στον τομέα του τουρισμού. Το τουρκοκυπριακό υπουργείο εξωτερικών έχει πολλάκις διοργανώσει επισκέψεις αντιπροσωπειών αποτελούμενες από εκπροσώπους ταξιδιωτικών πρακτορείων, διευθυντών ξενοδοχείων, δημοσιογράφων και τεχνοκρατών στη συριακή πρωτεύουσα με σκοπό την ενίσχυση της τουριστικής συνεργασίας. Επίσης Σύριοι επιχειρηματίες έχουν επισκεφθεί το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου.

Συστηματικά και μεθοδικά, η Τουρκία θέτει σε εφαρμογή πολιτικές για την επίτευξη των γεωπολιτικών της στόχων που εκτείνονται στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου όπου βρίσκεται η Κύπρος την οποία εκλαμβάνει σύμφωνα με την διατυπωθείσα θέση του Τούρκου ΥΠΕΞ Νταβούτογλου ως «μία σταθερή βάση και ενός αεροπλανοφόρου, που θα πιάνει το σφυγμό των θαλασσίων οδών». Συγκεκριμένα, με τη συνεχή διπλωματική στήριξη της Τουρκίας η τουρκο-κυπριακή πλευρά κινείται με σκοπό την άρση της απομόνωσής της. Περί τα τέλη Ιουνίου 2010 επιχειρηματίες από το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου προέβησαν στη δημιουργία του περίφημου «Τουρκο-κυπριακό-Ρώσικου Επιχειρηματικού Συμβουλίου» με ζητούμενο την ανάπτυξη των οικονομικών σχέσεων της Ρωσίας με την τουρκο-κυπριακή πλευρά. Σύμφωνα με δήλωση του προέδρου του Συμβουλίου Τσετίν Αταλάι η πρόσφατη ενδυνάμωση της οικονομικής συνεργασίας Τουρκίας-Ρωσίας αναμένεται να ασκήσει θετική επιρροή και στο βόρειο τμήμα της Κύπρου.

Στους τουρκικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς περί μετατροπής της Κυρήνειας στη βόρεια Κύπρο σε τουριστική πρωτεύουσα της Μεσογείου, η τουρκική εταιρία Μποζγκρούπ προέβη σε επένδυση ύψους 220 εκατ. δολαρίων για την κατασκευή ξενοδοχειακού συγκροτήματος με την επωνυμία «Κράτος Πρίμιουμ» (Cratos Premium) που θα περιλαμβάνει ξενοδοχειακές μονάδες, καζίνο και λιμάνι. Η σπουδαιότητα της επένδυσης έγκειται επίσης στο γεγονός ότι η επενδύτρια εταιρία στη διάρκεια των 45 ετών δραστηριοποίησης της κυρίως στον κατασκευαστικό τομέα έχει πραγματοποιήσει συνολικές επενδύσεις που ξεπερνούν τα 2.5 δις. δολάρια και χρηματοδοτεί σχεδόν εξολοκλήρου το έργο στην κατεχόμενη Κύπρο με ιδίους πόρους.

Επιπρόσθετα, στις 20 Ιουλίου 2010 στο περιθώριο των επετειακών εκδηλώσεων για την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ο Τούρκος αναπληρωτής πρωθυπουργός Τσεμίλ Τσισέκ υπέγραψε συμφωνία ανάμεσα στην Τουρκία και την τουρκοκυπριακή πλευρά για την κατασκευή υποθαλάσσιου αγωγού για την μεταφορά πόσιμου ύδατος από την Τουρκία στο βόρειο τμήμα της Νήσου. Παράλληλα οι δύο πλευρές διαπραγματεύονται σχέδιο για τη μεταφορά ηλεκτρικού με υποθαλάσσιο καλωδιακό σύστημα από την Τουρκία στο βόρειο τμήμα της Κύπρου.

Οσον αφορά στην τουρκική στήριξη για διεθνή αναγνώριση της τουρκοκυπριακής πλευράς και άρση της διεθνούς της απομόνωσης, αξίζει να παρατεθεί ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά διατηρεί επαφές με μία σειρά από χώρες, καθώς και με τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, μέσω των διπλωματικών γραφείων της. Τα διπλωματικά γραφεία δεν διέπονται από επίσημο διπλωματικό καθεστώς, ωστόσο λειτουργούν ως de facto πρεσβείες και προξενεία. Στις ΗΠΑ, η τουρκοκυπριακή πλευρά διατηρεί διπλωματικό γραφείο στη Νέα Υόρκη το οποίο λειτουργεί ως πρεσβεία και προξενείο στον ΟΗΕ και τα μέλη του πραγματοποιούν επίσημες και ανεπίσημες επαφές με τον ΟΗΕ και λοιπές αντιπροσωπείες. Επίσης υπάρχει διπλωματικό γραφείο στην Ουάσιγκτον που λειτουργεί ως de facto πρεσβεία στις ΗΠΑ.

Η Τουρκία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εδραίωση των διεθνών σχέσεων της τουρκοκυπριακής πλευράς με τρίτες χώρες εκπροσωπώντας τα συμφέροντα της «Βόρειας Κύπρου» σε κράτη όπου δεν υφίστανται τουρκοκυπριακά διπλωματικά γραφεία. Ειδικότερα η τουρκοκυπριακή πλευρά διατηρεί διπλωματικά γραφεία στην Αυστραλία, στις ευρωπαϊκές χώρες του Βελγίου, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ουγγαρίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιταλίας, στις μουσουλμανικές χώρες του Πακιστάν, της Σαουδικής Αραβίας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, και του Αζερμπαϊτζάν καθώς επίσης στη Νότιο Αφρική, τον Καναδά, την Κίνα και την Ελβετία. Πρόσφατα, εξέφρασαν την πρόθεση να αναγνωρίσουν την ανεξαρτησία της τουρκοκυπριακής πλευράς η Γκάμπια και η Παραγουάη, ενώ η Ρωσία έθεσε ως προϋπόθεση αναγνώρισης της τουρκο-κυπριακής πλευράς την προηγούμενη αναγνώριση της Οσετίας και της Αμπχαζίας εκ μέρους της Τουρκίας.


(Φωτο από: http://www.m-epikaira.gr)
ΙΙΙ. «ΤΟΥΡΚΙΚΗ» ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ
Οι προθέσεις της Τουρκίας να εγείρει θέμα «τουρκικής» μειονότητας στη Θράκη έχουν καταστεί το τελευταίο χρονικό διάστημα πασιφανείς. Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ενταχθεί η απόφαση Νο.7/37-ΜΜ του ΟΙΔ, που κάνει λόγο για παραβίαση των πολιτικών, πολιτειακών και θρησκευτικών δικαιωμάτων της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη.

Συγκεκριμένα, η εισήγηση-αναφορά της Γενικής Γραμματείας αναφέρεται στη συνθήκη της Λωζάνης, η οποία εξασφαλίζει τα δικαιώματα των μελών της μουσουλμανικής μειονότητας στη Δυτική Θράκη, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος να ελέγχουν τα θρησκευτικά κέντρα και τα ισλαμικά ιδρύματα ως Έλληνες πολίτες με πλήρη δικαιώματα και καθήκοντα.

Ο ισχυρισμός περί παραβίασης των μειονοτικών δικαιωμάτων εκ μέρους της ελληνικής πολιτείας στοιχειοθετείται σε «πληροφορίες που έχει λάβει» η Γενική Γραμματεία του Οργανισμού και αφορούν κυρίως στην παρεμπόδιση της συμμετοχής μελών της μουσουλμανικής μειονότητας στην ενεργό πολιτική ζωή της Ελλάδας:

1. Λόγω της ποσόστωσης του 3% ως βασική προϋπόθεση εισαγωγής κομμάτων στο Κοινοβούλιο στις εθνικές εκλογές, που σημαίνει ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ανεξάρτητος υποψήφιος να εκλεγεί σε άλλη περιφέρεια πλην της Αθήνας. Ο πληθυσμός της «τουρκικής» μειονότητας, ο οποίος ανέρχεται σε 1,5% επί του συνολικού πληθυσμού της χώρας δεν αρκεί για να εκπροσωπηθεί από ανεξάρτητους υποψηφίους, αναγκάζοντας τα μέλη της «τουρκικής» μουσουλμανικής μειονότητας να κατεβαίνουν στις εκλογές ως υποψήφιοι των ελληνικών πολιτικών κομμάτων. Η υποκρισία του εν λόγω επιχειρήματος είναι εξοργιστική δεδομένου ότι το πλαφόν εισαγωγής στο Τουρκικό Κοινοβούλιο είναι 10%! Και η ελληνική διπλωματία απέτυχε να ενημερώσει τις φιλικές προς την Αθήνα πρωτεύουσες!

2. Λόγω της πληθυσμιακής πολιτικής της Ελλάδας και «τον εποικισμό των μεταναστών», εκ των οποίων το μεγαλύτερο μέρος προέρχεται από την Ρωσία, σε περιοχές όπου τα μέλη της μουσουλμανικής μειονότητας διαβιούν. Στόχος, ισχυρίζονται, είναι η μείωση της πολιτικής δύναμης της «τουρκικής» μειονότητας, η οποία στηρίζεται στη δημογραφική της πυκνότητα. Η πολιτική εκπροσώπηση των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης μπλοκαρίστηκε μέσω του «Σχεδίου Καποδίστριας» το οποίο επιτρέπει τη διοικητική αναδιάρθρωση των περιφερειών, δήμων και κοινοτήτων κατά τρόπο ώστε να εγερθούν νέα εμπόδια για την "τουρκική" μειονότητα! Η μειονότητα, υποστηρίζουν, αποτελεί το 50% του πληθυσμού στη Ροδόπη, που αποτελεί τη μοναδική περιφέρεια όπου η μειονότητα έχει καθοριστικό ρόλο στην εκλογή του «κυβερνήτη» της. Με βάση αυτό το Σχέδιο, η Ροδόπη, όπου υπάρχει «τουρκική» πλειοψηφία, ενώθηκε με τον Έβρο, όπου υπάρχει ελληνική πλειοψηφία. Επίσης, η Ξάνθη ενώθηκε με τις δύο περιφέρειες της Καβάλας και της Δράμας, όπου διαβιούν μόνο Έλληνες.

Στο κεφάλαιο περί σεβασμού των θρησκευτικών και εθνοτικών δικαιωμάτων, η απόφαση του ΟΙΔ αναφέρεται σε βανδαλισμούς και ασέβειες έναντι των ιερών μουσουλμανικών τοποθεσιών όπως τα τζαμιά και τα κοιμητήρια στη Δυτική Θράκη.

Καθίσταται προφανές ότι η Τουρκία προβαίνει σε πολιτική και διπλωματική αξιοποίηση της πρόσβασής της στον ΟΙΔ σε βάρος της Ελλάδας, όπως άλλωστε αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην απόφαση Νο. 7/37-ΜΜ για την κατάσταση της μειονότητας στην Ελλάδα. Η συγκεκριμένη απόφαση:

1. Απαιτεί την αναγνώριση από την Ελλάδα των εκλεγμένων μουφτήδων στην Ξάνθη και την Κομοτηνή ως επίσημους μουφτήδες.

2. Κάνει έκκληση προς την Ελλάδα να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εκλογή των διοικητικών συμβουλίων των θρησκευτικών τοποθεσιών (Awqaf) από την "τουρκο-μουσουλμανική μειονότητα, ώστε οι εκλεγμένοι μουφτήδες να είναι σε θέση να εποπτεύουν την περιουσία των θρησκευτικών τοποθεσιών. Επίσης καλεί την Ελλάδα να θέσει τέλος στην απαλλοτρίωση των περιουσιών των θρησκευτικών τοποθεσιών καθώς και στους βαρύτατους φόρους που επιβάλλονται σε αυτές. Ετσι η Ελλάδα καλείται να προχωρήσει σε όλες τις απαραίτητες τροποποιήσεις σε νόμους που αφορούν τα παραπάνω ζητήματα σε διαβούλευση με αντιπροσώπους της μουσουλμανικής μειονότητας.

3. Εκφράζει την απογοήτευση για την απαγόρευση που έχει επιβληθεί από το Ανώτατο Ελληνικό Δικαστήριο στις δραστηριότητες της παλαιότερης Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης (ΜΚΟ) της τουρκικής μουσουλμανικής μειονότητας με την επωνυμία «Τουρκική Ένωση της Ξάνθης», που συστάθηκε το 1984, και καλεί την Ελλάδα να εφαρμόσει τρεις (3) σε αριθμό αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που αφορούν στις μη-κυβερνητικές οργανώσεις της "τουρκο-μουσουλμανικής μειονότητας οι οποίες άρουν την απαγόρευση που επέβαλε το Ελληνικό Ανώτατο Δικαστήριο στις δραστηριότητες των ΜΚΟ με το μοναδικό αιτιολογικό ότι ο τίτλος φέρει τις λέξεις «τουρκική/μειονότητα» στις ονομασίες τους.

Σύμφωνα μάλιστα με τη Γενική Γραμματεία του ΟΙΔ, η «τουρκική» μουσουλμανική μειονότητα προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο προκειμένου να καταδικαστεί η Ελλάδα με την κατηγορία ότι απαγορεύει στη μειονότητα να ασκεί το δικαίωμα της ειρηνικού συνεταιρίζεσθαι, το οποίο κατοχυρώνεται από τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923, και επιπλέον ελπίζοντας «ότι αυτή η απόφαση θα κινητοποιήσει τις ελληνικές αρχές να τροποποιήσουν την νομοθεσία τους και να επιτρέψουν στην "τουρκική" μουσουλμανική μειονότητα να μπορεί να χρησιμοποιεί την εθνική της ταυτότητα στους τίτλους των μειονοτικών οργανώσεων.

4. Καλεί την Ελλάδα να αποκαταστήσει τα πολιτειακά δικαιώματα δεκάδων χιλιάδων μελών της τουρκικής μειονότητας που αποστερήθηκαν την εθνικότητα τους σε εφαρμογή του καταργηθέντος πλέον Αρθρου 19 του Ελληνικού Νόμου περί Υπηκοότητας (Αρ. 3370/1955). Η ανεδαφικότητα του συγκεκριμένου αιτήματος είναι πρόδηλη τη στιγμή που στην Ιμβρο, Τένεδο και Κωνσταντινούπολη έχει σχεδόν εξαφανιστεί η ελληνική μειονότητα συνεπεία της εφαρμογής πολιτικών αποφάσεων και πρακτικών εκφοβισμού εκ μέρους της Τουρκίας τις τελευταίες δεκαετίες.

5. Κάνει έκκληση προς την Ελλάδα να διαβουλευτεί με τους εκπροσώπους της "τουρκικής" μουσουλμανικής μειονότητας σχετικά με το νέο ελληνικό σχέδιο διοικητικής αναδιάρθρωσης των εθνικών περιφερειών έτσι ώστε η δίκαιη πολιτική εκπροσώπηση των Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης να μην διαταραχθεί περαιτέρω.

6. Προσκαλεί την Ελλάδα να διαβουλευτεί με την "τουρκική" μουσουλμανική μειονότητα ώστε να τεθούν επί τάπητος τα μορφωτικά τους προβλήματα τα οποία συνδέονται άμεσα με το κοινωνικό-οικονομικ- επίπεδο ανάπτυξης της περιφέρειας στην οποία διαβιούν.

7. Ζητά από την Γενική Γραμματεία του Οργανισμού να ξεκινήσει έρευνα-πραγματογνωμοσύνη προκειμένου να εξετασθεί η αυθεντικότητα των επανειλημένων αναφορών για πράξεις βανδαλισμού και διάκρισης σε βάρος των τζαμιών και των μουσουλμανικών κοιμητηρίων της Δυτικής Θράκης, και ζητά από την Γενική Γραμματεία να παρουσιάσει σχετική αναφορά στο πλαίσιο σύγκλησης της 38ης Διάσκεψης των ΥΠΕΞ.

Καθίσταται προφανές ότι η Ελλάδα οφείλει να προβεί στις απαραίτητες «διορθωτικές κινήσεις» στην πολιτική της με σκοπό την προβολή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και σε επιλεγμένες χώρες του Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης ως χώρα που σέβεται το Ισλάμ και αντιμετωπίζει τους μουσουλμάνους όπως τους υπόλοιπους Έλληνες πολίτες, τη στιγμή μάλιστα που σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Αμερικανικής Επιτροπής Διεθνούς Θρησκευτικής Ελευθερίας, η Τουρκία κατατάσσεται στον κατάλογο των δώδεκα (12) σημαντικότερων παραβατών σε θέματα θρησκευτικής ελευθερίας.

Με αυτό τον τρόπο, όχι μόνο θα αφαιρεθούν επιχειρήματα από τη διπλωματική «φαρέτρα» της Τουρκίας, αλλά η Αθήνα με την υιοθέτηση στρατιωτικών και πολιτικών πρωτοβουλιών με επιλεγμένα αραβικά κράτη ώστε να οικοδομηθεί ένα κοινό modus operandi σε ζητήματα περιφερειακού και ελληνοκεντρικού ενδιαφέροντος, θα κάνει αισθητή την παρουσία και την παρεμβατική της δυνατότητα στην ευρύτερη περιοχή, συμπληρώνοντας το γεωπολιτικό κενό του οποίου, αν μη τι άλλο, επιδιώκουν την αναπλήρωση περιφερειακές χώρες, όπως η Τουρκία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα ελληνικά συμφέροντα...


* H Αντωνία Δήμου είναι επικεφαλής του τομέα Μέσης Ανατολής και Περσικού κόλπου στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Αμυνας και Ασφάλειας, εταίρος στο Κέντρο Στρατηγικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Ιορδανίας και στο Κέντρο για την Ανάπτυξη στη Μέση Ανανολή (CMED) του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, Λος Αντζελες, ΗΠΑ.

Thursday, November 11, 2010

Jordan-EU Action Plan. An Evaluation on Monetary, Exchange Rates and Fiscal Policies

Jordan Has Taken Charge of the Mediterranean Union
(Photo from: http:www.atlasshrugs2000.typepad.com)


By Antonia Dimou


The Center for Strategic Studies at the University of Jordan issued an evaluation report authored by Mohammad Nabulsi on the implementation of the Jordan-EU Action Plan. The report tackles the Economic and Social Reform and Development and highlights Jordan’s progress in Monetary, Exchange Rates and Fiscal Policies.

The aim of the Jordan-EU Action Plan is to consolidate progress in macroeconomic stabilization and growth policies through mechanisms such as implementing a national macroeconomic stabilization program and to consolidate achievements with regards to price stability, strengthening banking regulations and supervision, lowering public debt and fiscal stability and continue policies for achieving a sustainable fiscal and pension system.

Jordan has made a significant effort to reduce the budget deficit, although this reduction was made possible mainly through grants and donor’s assistance. Because of the rise in global oil prices, a country like Jordan with minimal resources remains largely dependent on international support.

Today, Jordan has survived the global economic crisis as the Central Bank played a significant role to ensure the safety of the banking system while maintaining monetary stability.

The Central Bank of Jordan stresses the capital adequacy. Setting 12% as a percentage for capital adequacy has preserved the banks from any financial problems and led to a zero percent probability of bankruptcy. The world standard for capital adequacy does not exceed 8%; however, Jordan has used a conservative banking system in order to save its banks, based on the experience with problems that certain Jordanian banks faced in previous periods.

Jordan has continued its progress in enhancing the investment climate and developing its privatization programs. An Investment Promotion Law was approved in 2006 to contribute to investment regulatory simplification.

According to statistics, investments benefiting from the Investment Promotion Law increased in 2008 to reach JD 2.268 million compared to JD 2.221 million in 2007. Also, JD 310.7 million of investments in special development zones can be added to the total investments of 2008. EU investments in Jordan favored from the Investment Promotion Law for the period from 1996-2008 amounted to JD 705,234.696 whereby, 44% of these investments were industrial.

On the issue of Money Laundering, Financial and Economic Crime, 2007 witnessed the birth of the Anti-Money Laundering Unit under Law No. 46. According to Dr. Ummaya Toukan, Governor of the Central Bank and Chairman of the Anti-Money Laundering Committee, the unit commenced with executing its mandate efficiently in 2008, and its main duty is technical with regards to tracking money laundering and providing competent local authorities with information when needed.

Between 18 June 2007 and 18 July 2008, the Unit received 81 notifications of suspicious transactions, of which 68 notifications were submitted by banks, 9 from monitoring bodies, 3 from exchange bureaus and 1 from a financial corporation. These cases would not have been received by the Unit had it been part of the Central Bank.

Monday, November 8, 2010

Investment Incentives in Qatar

The Pear Qatar Got a Massive Boost
(Photo from:http://internationalpropertyinvestment.com/qatar-investment-property)


By Antonia Dimou


According to the Qatari investment law, foreign investors are allowed to invest in all national economy sectors provided that they have a Qatari partner who has a share of at least 51% of the capital of the joint venture and that the company is duly established in accordance with the provisions of the Qatari law of commercial companies.


However, the shareholding of foreign investors in joint ventures can surpass the limit of 49% and reach up to 100% of the capital in selected sectors such as agriculture, industry, health, education, tourism, development of natural resources or energy and mining, on condition that the projects in question are in line with the country's development objectives, are export oriented, introduce new products, use new technologies and seek to introduce industries with international fame.


The General Privileges for Foreign Investors revolve around the freedom to import and repatriate funds and the freedom to transfer profits and assets as well as exchange money at stable rates.


Some of the General Incentives for Investments focus on:

(a) The right to import the materials and equipment required for the establishment, operation or expansion of projects.


(b) A10-year exemption from income tax effective from the date of commercial commissioning of projects.


(c) Duty-free imports of equipment and machinery required for projects.


(d) Duty-free imports of raw and half manufactured materials needed for industrial projects and not available locally. Other Privileges include: (a) Providing suitable land sites in industrial estates for industrial projects at reasonable lease rates and long lease terms. (b) Assisting the licensed industrial projects to get loans from the Qatar Industrial Development Bank and other finance establishments. (c) Providing the project with power, fuel, water and natural gas at competitive prices. (d) Flexible regulations and procedures to import workforce for industrial and other investments.


(e) Settling investment disputes through commercial arbitration, courts of justice or Shari'a courts in the country, whichever individual cases fall within the jurisdiction thereof.

Tuesday, November 2, 2010

International Energy Development Initiative


Photo from: http://www.dasolar.com/alternative-energy)

By Antonia Dimou

An innovative proposal offering new approaches to broadening the current energy surpluses in the Gulf States was recently made by Arab economic circles. These new approaches involve the creation of a multilateral public/private initiative, dubbed the International Energy Development Initiative (IEDI) to address the growing international energy crisis on a global basis. While the existing International Energy Agency serves consumers, and the Organisation of the Petroleum Exporting Countries serves producers, there is no organisation that currently brings the two groups together.

The heart of the new global institution would be the private, public and corporate investors of the IEDI who would engage in research, development and ultimate manufacture and marketing of alternative energy sources. Shares of the IEDI would be bought by governments, corporations and individuals in a unique international entity.

The result would be an international consortium dedicated to developing alternate energy sources worldwide. For the EU, the US and Asia, the success of this initiative would mean a global partnership for proliferating sources of energy rather than competition for relatively static energy supplies. For producers, it would mean a major step toward diversifying and broadening their national assets beyond reliance on oil alone. In this organisation, in which participants will act as stakeholders and investors, members would have every incentive to continue to participate lest they be left out of the advances the initiative was developing and promoting.

Wednesday, October 27, 2010

Creation of a West Asian Forum: Asia-Gulf Business and Security

(Photo from: landcoalition.org)


By Antonia Dimou


The Middle East is deeply integrated into the Asian supply chain, and is thus a core element in Asia’s economic advantage. Development cannot be separated from security that is two-dimensional; on the one hand lies security related to the transport of oil and gas while on the other are matters of regional security. Consumers with emphasis on those with increasing energy demands like India, China and Japan have responsibility to contribute to Gulf security. Producers also have responsibility to efficiently supply products.


Thus, an Asian security agenda in the Gulf needs to be aligned along four main tenets, according to a report released by the Center for Middle East Development, UCLA. The “hot spots”: Promote regional security by concentrating on “hot-spot” issues, including the situation in Iraq, a nuclear Iran, and the Israel-Palestine peace process. Development: Develop the regional economy in a way that ensures equality and mutual benefit. Economic growth depends on extensive cooperation and a commitment to equality and integration. Education and unemployment are both closely tied to development and security. Thus they are good areas to work on first. Trade architecture: Create new mechanisms for bilateral and multilateral cooperation between Asian powers and the Gulf Cooperation Council (GCC). Many Asian powers would like to open their energy sector and play a more active part in international energy development. At the same time, Gulf states are interested in diversifying their economies and attracting investments. Dialogue: Work with the GCC to promote understanding between energy producers and consumers. New institutions should be created to allow space for dialogue, negotiation, and cooperation on matters related to energy security and trade.


Recent proposals focus on the creation of a West Asian Forum (WAF) as one way to pursue the objectives enumerated by the “four-point plan.” Such a regional body would promote trade and investment between India, China, the United States, and the Gulf. The WAF would operate with the Gulf Cooperation Council as its nucleus, much the way the ASEAN acts as a nucleus for the Asia–Pacific economic forum, APEC. The forum would address all issues that impinge upon the security concerns of West Asia, especially the security of Gulf energy.


The forum would be two-tiered. On one level, the financial architecture of free trade and investment would be discussed, in the context of security. On a second, yet parallel, level, the forum would act as a platform to promote technology and investment innovation. The emphasis on this level would be idea generation. The spirit of the forum would be cooperation - which is not only desirable, but also unavoidable.


Asia and the Gulf should cooperate to strengthen energy, economic, and strategic ties. In particular, technology transformation can be one of the most effective ways to enhance cooperation. The example of Japan in this regard offers a model to follow. Japan has significant gains through creating new devices both to save energy and to use it more wisely. As oil prices rise, Japan continues to develop more high-tech solutions for renewable energy. Sharing this intellectual wisdom with other countries in Asia as well as the Gulf may lead to more efficient ways to share limited energy resources. Improving energy efficiency is indirectly tied to security. By improving technology and increasing the availability of electricity, nations can improve the quality of life for their citizens. This move in turn decreases destabilizing factors tied to civil discontent, poverty, and unemployment.


Taken together, these recommendations can add value to the economies of both Asia and the Middle East. They can promote energy security, investment, trade, and innovation between Asia and the Gulf. If implemented, both regions stand to reap the benefits of energy conservation, strategic cooperation, increased cash flow, and higher standards of living.

Saturday, October 23, 2010

Proposed Gulf Economic Cooperation Council (GECC) Central Bank


(Photo From: malaysiainfocus.com)



By Antonia Dimou



Each of the countries in the Gulf Cooperation Council (GCC) has a central bank with established monetary arrangements with each other in recognition of their common interests. However, current government surpluses in the region coupled with projected increases for the foreseeable future are creating undue pressure on the real estate and stock markets.

Additionally, limited investment opportunities within each state restrict the opportunity to create new jobs and to further diversify the economies of the region.


To this end, a regional, or possibly a GCC central bank, much like the US Federal Reserve in Washington DC, could be established to serve as a common forum and meeting place for the existing central banks, which would continue to have the same functions and accountabilities as they now possess.

A regional central bank would serve as a common forum and meeting place for the region’s existing central banks, leaving the existing banks to continue performing their current functions and maintaining the accountabilities that they now possess.
A monthly digest could be assembled, and the new mechanism would facilitate a common GCC currency initially planned for 2010 but the deadline was abandoned earlier this year.

The Gulf monetary union project, designed to emulate the euro zone, has been delayed by old political rivalries as certain states are concerned not to give too much sway to Saudi Arabia, the largest Arab economy and the world's top oil exporter.


On March 30, 2010, the Saudi central bank chief was named to head a Gulf monetary council underlining the Kingdom's dominance in a single currency project and reducing prospects for the United Arab Emirates and Oman to return.

The UAE, the world's third largest oil exporter, withdrew from the project in May 2009 in a protest to place the monetary council in Riyadh, three months later Oman followed suit.
Muhammad al-Jasser, head of the Saudi Arabian Monetary Agency (SAMA), will be the first chairman of the joint monetary council, a forerunner for a regional central bank. A recent Reuters poll however, showed that Gulf states are not seen adopting a common unit until 2015.


* Reproduced by Middle East Observer, Issue 2 Vol. 1, April-May 2010

Friday, October 22, 2010

Creation of an OPEC-like Group of Natural Gas Exporters

Natural gas is an important source of energy
(Photo from: knowledge.allianz.com)


By Antonia Dimou


The notion by Russia, Iran and Qatar to create an OPEC-like group of natural gas exporters, which appeared recently in certain columns of the international press, is not new. The idea was first raised by Iran's Supreme Leader, Ayatollah Ali Khamenei in January 2007, and was enhanced three months later on April 2007 when then Russian President Vladimir Putin and Qatar's Emir, Sheik Hamad bin Khalifa Al Thani, announced they would jointly explore the creation of a cartel to represent the interests of producer countries in controlling the global market.

A pipeline and requisite infrastructure to connect countries in the Gulf to areas of consumption either in the Far East or Europe is an option very regularly introduced in discussions in the context of various economic forums as a means to foster long-term development and growth. According to this option, natural gas is the most realistic substitute for oil, but successfully making the substitution depends on transport and the addition of many more pipelines.


It is undoubted that Russia, Iran, and Qatar have more than half of today's natural gas reserves. While Russia is a leading natural gas exporter, Qatar mainly exports liquefied natural gas, and Iran is actually a gas importer due to lack of development of its gas fields. This reality makes the notion of creating an OPEC-like mechanism difficult to sustain.


The question that has to be answered is; “Why is that?”


First, unlike oil, which is traded on an exchange that constantly updates the market price based on supply and demand, gas is sold under tight contracts that allow buyers to lock in prices for at least up to 25 years. That said, a cartel would likely have little impact.


Second, pipeline infrastructure requires high-cost investment, which usually makes long-term contracts necessary. Iran is under economic sanctions and no international investment exceeding a certain amount is permitted, and thus companies that do not comply with the sanctions’ provisions are fined.


Third, liquified natural gas could be traded as a commodity similar to oil, but at some other point and not in the instant future.


Based on the above, the conclusion that can safely be reached is that the recent announcement by Russia, Iran and Qatar to form an OPEC-like cartel has no permanent and immediate character but rather seems to be a pure political commitment to create something in the future.



* Reproduced by Middle East Observer, Issue 2 Vol. 1, April-May 2010

Wednesday, October 20, 2010

Foreign Investment in Oman



by Antonia Dimou

Oman, the source of two-third of the world's oil exports, is in the middle of the East-West trade routes, ensuring easy access to markets in the Middle East, India, South-East Asia, Africa and Europe. The Sultanate is considered ideal for long-term investments as it posses a modern infrastructure, a strong industrial base, a stable government, and, most notably, the institutions that protect and favour foreign investment.


Oman’s membership in the World Trade Organization (WTO) ensures its adherence to international trade norms and practices, while its participation in the Indian Ocean Rim Associations for Regional Cooperation (IORARC) opens up a potential market of over 1500 million consumers. Additionally, membership in the Arab Gulf Cooperation Council ensures duty-free export of products within the Council’s member countries.

Oman offers a number of incentives that guarantee foreign investment. Major incentives focus on: provision of soft loans with low interest rates and easy payback periods; full repatriation of capital, net profit and royalties; up to 100% foreign ownership; exemption from customs duty on import of plant equipment; credit insurance through export; no personal income tax; relief from customs duty on raw materials for up to 10 years; corporate tax holiday of up to 10 years.

Foreign investors are assured of a reliable infrastructure that includes, among others, industrial estates and access to capital. Specifically, eight industrial estates, with another underway, provide complete support systems to industry in different parts of Oman. These estates offer a comprehensive range of services that could extend to their own gas-fuelled power stations and water supply, and housing complexes for the workforce.



The industrial estates in the Sultanate are eight namely Al Rusail, Sohar, Raysut, Nizwa, Sur and Al Buraimi, in addition to the Information Technology Industry Estate, Knowledge Oasis Muscat (KOM) and Al Mazyounah Free Zone, which aim to attract foreign investment, nationalize national capital, enhance the private sector, introduce new technology and promote international trade.

Additionally, the Sultanate’s well-organized private banking sector provides a wide range of financial services and credit facilities to investors. The Industrial Bank of Oman offers advisory services and considers equity participation in industrial projects. Also institutions like the Oman Development Bank channels government funding to help the private development of the economy and offers soft loans to small-scale industries and the service sector. Muscat Securities Market, the established and regulated stock market, is a potential source of new capital for the private sector, helping investors raise capital for the expansion of current projects and for the initiation of new ventures.

Setting up business in Oman is mainly facilitated by the Omani Centre for Investment Promotion (OCIPED) which provides services for new investment projects in the Sultanate. OCIPED was established to provide investors with the information and much needed practical help with the form of feasibility studies, of setting up operations and identifying export markets for finished goods.



At the same time, OCIPED coordinates with a number of agencies of importance to foreign investors such as the Ministry of Commerce and Industry, the Oman Chamber of Commerce and Industry, the Oman Development Bank, the Export Guarantee and Financing Agency, the Public Establishment for Industrial Estates, the Muscat Security Market, the Commercial Court, and the Ministry of Social Affairs, Labour and Vocation Training.

Thursday, October 14, 2010

INTERVIEW with Ambassador Itamar Rabinovich


Conducted by Antonia Dimou


Reproduced by Middle East Observer Issue 2 Vol. 1, April-May 2010


What is your view of the new Turkish foreign policy as promoted by Foreign Minister Ahmet Davutoglu, particularly in regards to Turkish-Israeli and Turkish-Syrian relations?


The notion of improving Turkey's relations with its neighbours is in itself sound, but the Turkish-Syrian rapprochement is in a separate category. It is related to Turkey's good relationship with Tehran so much so that the Syrians are now boasting of a new bloc in the Middle East. This reinforces the radical camp in Middle Eastern politics. Turkey has distanced itself from what used to be a strategic relationship with Israel. Erdogan may have put his unique personal stamp on this move but there is broad support in his party for at least a measure of distancing from both the US and Israel.



Let’s come to the recent situation between the Turkish and Israeli foreign ministries, with the escalated tensions between the two countries. How much has the recent tension affected the strategic nature of the Israeli-Tuskish relationship?


The question has in fact been answered above. In the give and take between the two governments both sides committed tactical mistakes that aggravated the negative trend.



How do you think that the advanced state of relations between Turkey and Syria effects Syria’s calculations?


Syria feels reinforced by this relationship. In its dealings with the US and the EU, it claims also that Sunni Turkey serves to balance the relationship with Shiite Iran.


On May 2008, Damascus, Jerusalem, and Ankara announced simultaneously in that Turkey has been acting as mediator in negotiations between Syria and Israel aimed at a comprehensive peace agreement. These talks however, reached to an end a year later. How feasible is achieving such a peace agreement?


Turkey is no longer mediating between Israel and Syria and that role is likely to revert back to the US through the work carried out by Senator Mitchell.


Israel and Syria were close to an agreement in 2000. The United States was mediating at that time. Ehud Barak was the Israeli Prime Minister and late President Hafez al-Assad of Syria actually met with President Clinton but the talks collapsed. Why was that, and what are the lessons learnt?


All three parties to the 2000 effort share the blame. In my view, the single most important reason for the failure was al-Assad's illness and imminent death. Physically, mentally and politically he was weakened and he preferred to use his residual power in order to secure his son's succession.


Israel wants Syrians to take some major political decisions in return for the Golan Heights. For e.g. Israel wants Syria to reduce its ties to Hezbollah and to Iran. Is that at all possible and what other Israeli demands are on the negotiating table?


This is, indeed, Israel's major current demand in addition to the familiar demand for a full fledged peace treaty and adequate security arrangements. It is feasible but would require a protracted effort and considerable skills on the part of the US to obtain it.


What are Israel’s non-negotiable premises in an arrangement with Syria? Would it accept a demilitarised Golan, under the supervision of an international peace force?


Israel needs more than a demilitarized Golan. The Golan is too small an area. There would have to be a much larger area of limited deployment and a monitoring station on Mt Hermon.



And do you see any immediate prospects for Syrian-Israeli reengagement on peace talks? Is an agreement, or are negotiations, with Syria any more imminent today than yesterday?


I do not. I think the current priority of both the US and Israel is to deal first with the Palestinian track.



The recent nomination of Robert Ford as the US ambassador to Syria is the first nomination since the American ambassador was pulled in 2005 following the assassination of Lebanese Prime Minister Rafik Hariri. What do you think the appointment of Robert Ford means for the US-Syrian relationship and US policy?


It was part of the US effort to improve the bilateral relationship with Syria independently of the Israeli issue. The Syrians are good at pocketing such good will gestures.



From your experience, what are Syria’s interests in an improved relationship with the United States?


Syria would like to join the mainstream of international life and to receive US aid, like Egypt. But is the regime ready to take the risk of a genuine opening up?



* Ambassador Itamar Rabinovich is Israel's former Ambassador to the United States and former Chief Negotiator with Syria in the mid 1990's. He is the incumbent of the Ettinger Chair of Contemporary Middle Eastern History of Tel Aviv University. He is currently Chairman of the Board of the Dan David Foundation, Distinguished Global Professor at New York University, a member of the Advisory Council of APCO WORLDWIDE, Chairman of the Advisory Board of the Wexner-Israel Program, a member of the Trilateral Commission, a member of the International Advisory Board of the Brookings Institution in Washington, a member of the International Advisory Board of The American Interest, and a non-resident Distinguished Fellow at the Saban Center, Brookings Institution. He is also Vice Chairman of the Institute for National Security Studies (INSS), an external institute of Tel Aviv University, and a senior research fellow at the Dayan Center for Middle-Eastern studies. Ambassador Rabinovich is a member of the American Philosophical Society, a foreign member of the American Academy of Arts and Sciences and has recently served as Visiting Professor at the Kennedy School of Government at Harvard University.

Monday, October 11, 2010

Jordan Pursues Peaceful Nuclear Program

Obama Meets King Abdallah II of Jordan at the
Nuclear Security Summit in Washington
(Photo from UPI.com)

By Antonia Dimou

The Jordan Atomic Energy Commission (JAEC) recently announced that the Kingdom will not concede its rights to develop its peaceful nuclear programme in line with international standards, and indicated that Jordan will not follow the route of the UAE, under which the Gulf state conceded the right to engage in enrichment or reprocessing activities in return for cooperation from the US. Also, the JAEC clarified that the government will not sign any agreement that is prone to compromise its rights as enshrined in the Nuclear Non-Proliferation Treaty (NPT).

The JAEC is currently examining four offers from nuclear technology suppliers, namely Canada, South Korea, Russia and an offer from a joint French-Japanese venture (AREVA and Mitsubishi Heavy Industries), and by the end of April 2010, the JAEC was to qualify two of the offers and spend the next year negotiating with the short-listed companies to select the winning bidder.

Jordan has close cooperation with four of the “big five” nuclear powers namely Russia, the UK, China and France, and discussions are underway to sign a nuclear cooperation agreement with the US. Jordan is on pace to construct two 1.000-megawatt Generation III reactors in the next 15 years in order to transform the country from an energy importer to an electricity exporter. The Kingdom’s first nuclear reactor, slated for a site near Aqaba, is expected to be constructed within the next decade.


Under a mining agreement signed on February 21, 2010, the French company AREVA is obligated to provide the Kingdom with its needs of enriched uranium, and mining activities will commence in central Jordan as early as 2012. This is the first uranium mining agreement and one of the largest contracts ever signed in Amman, which forms the first phase of Jordan’s domestic nuclear power programme.

As prerequisite to several regulations to govern the nuclear sector, the Jordan Nuclear Regulatory Commission (JNRC) established in 2007 is in the final stages of reviewing the new Law on radioactive safety and nuclear security drafted with the assistance of the International Atomic Energy Agency (IAEA).

The current legislation, the 2007 Radioactive Protection and Nuclear Safety and Security Law, deals only with small-scale radioactive materials, and does not take into account the amount of regulation needed for the Kingdom's nuclear programme. Thus, the new Law on nuclear safety to set a regulatory framework is essential.


Key regulations are those focusing on the extraction, mining and milling of nuclear materials, and the safety of research nuclear installations, sub-critical assembly and zero-power reactors.

Other regulations cover the JNRC’s work with Worley Parsons, the government's consultant for preconstruction preparations for Jordan’s first nuclear reactor, and concern site approval, construction permits, environmental reports and emergency evacuation plans.

The new Law is to come into effect ahead of major milestones in Jordan's peaceful nuclear programme, such as the sub-critical assembly of the nuclear research reactor in Irbid, estimated to begin within two years, along with the uranium mining.

Jordan is signatory to several international conventions, including the nuclear Non-Proliferation Treaty, the Convention on Nuclear Safety, the Convention on Early Notification of a Nuclear Accident, the Convention on Assistance in the Case of a Nuclear Accident and the Comprehensive Test Ban Treaty.

Friday, October 1, 2010

Banks in Jordan enjoy healthy deposits, profits



By Robert Tashima


AMMAN - Jordan’s banking sector fared well during the recession of the last two years due to tight central regulation and an overall cautionary outlook, resulting in healthy deposit and profit levels that are attracting increased interest from overseas lenders.

As the global financial crisis was felt across the region in late 2008, the Jordanian government announced it would guarantee all deposits until the end of 2009,a pledge it later extended until the end of 2010. This commitment came on top of an existing scheme operated by the Jordan Deposit Insurance Corporation that insured deposits of up to $14,000 if a bank fails. There has been no significant pressure put on Prime Minister Samir Rifai to extend the blanket guarantee. While it has been in place, the state has not needed to bail out any of the country’s lenders nor has there been concerns over a possible crash.

While financial institutions elsewhere in the region have faltered, all of Jordan’s 15 local banks posted a profit in 2009, with four managing to post an increase in their loans' portfolios. However, total earnings for the banking sector fell to $942.2 million last year from $1.3 billion in 2008.

The solid position of Jordan’s banks was further bolstered in the first half of 2010 by a rise in deposits at licensed banks of 4.5 per cent in the January to June period, with the additional $1.3 billion taking the total held to $29 billion. This increase in deposits was matched by higher levels of credit extended by Jordan’s banks, with a further $814 million in loans made in the first six months of 2010, lifting the overall balance of credit facilities to $19.75 billion.

According to Antonia Dimou, an associate at the Centre for Strategic Studies of the University of Jordan, the country’s economy only suffered a minimal impact from the crisis, with the Central Bank of Jordan (CBJ) having ensured the stability of the banking system while maintaining monetary stability.

“The setting of 12 per cent as a percentage for capital adequacy has preserved the banks from any financial problems and led to a near impossibility of bankruptcy,” Dimou said in an article carried by the World Press Organisation on August 19. “The world standard for capital adequacy does not exceed 8 per cent; however, Jordan used a conservative banking system to save its banks in 2008.”

This, combined with the fact that the financial sector is tightly regulated also helped it avoid any major meltdown during the international economic crisis. According to data from the central bank, local lenders only had some $40 million worth of exposure to toxic papers, a very low level, especially when the sector’s high profits for 2008 are taken into account.

There has been increasing interest in the Jordanian banking sector by overseas lenders. Late in 2009, the CBJ announced it was granting operating licences to three new lenders: The Jordan Dubai Islamic Bank, National Bank of Abu Dhabi (NBAD) and Saudi Arabia’s Al Rajhi Bank, which would take the number of licensed financial institutions operating in the country to 26. Of these three, Jordan Dubai and NBAD have already opened their doors, with Al Rajhi looking to commence operations this month.

However, while the banking sector is expanding, both in the number of lenders and in its capital value, the industry has come under fire from some quarters who say banks initially reined in credit during the crisis instead of focusing on building up deposit and asset levels. There is a strong need for a specialised financing institution that would allow players in the industrial sector to gain access to funding and to circumvent the stringent lending measures applied by commercial banks, believes financial analyst Ali Tabbalat.

“Commercial banks prefer to extend short-term loans and these policies do not fit the industrial sector whose production process takes a long time,” Tabbalat said in an interview with The Jordan Times in mid-August.

This view was echoed by Nazzal Armouti, the deputy chairman of the Jordan Chamber of Industry, who said setting up a financial institution offering long maturities and reasonable interest rates is a basic need for the development of the industrial sector. “We, as industrialists, always call for setting up such a bank otherwise the sector will suffer and the country will lose important investment opportunities,” he said on August 11.

Though credit may currently be tighter than some would like, the fact that Jordan’s banking sector has ridden out the financial crisis without faltering means that it is better placed than many to increase funding should the economic outlook improve.


Oxford Business Group (OBG) is a highly acclaimed global publishing, research and consultancy firm, which published economic and political intelligence on the markets of Asia, Eastern Europe, the Middle East, and North and South Africa.


1 October 2010, Copyright: Jordan Times