Wednesday, May 4, 2011

ΑΝΤΩΝΙΑ ΔΗΜΟΥ: "Ισλαμιστικές Οργανώσεις Επιχειρούν να Εκμεταλλευτούν τις Αναταραχές στον Αραβο-Μουσουλμανικό Κόσμο"


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΜΠΑΛΕΖΝΤΟΒΑ

Δημοσίευση στο GrReporter


1. Ποια είναι η εκτίμησή σας για την εξέλιξη της επιχείρησης κατά της Λιβύης; Θα προβεί η Δύση σε χερσαίες επιχειρήσεις;


Καταρχάς θα ήθελα να επισημάνω ότι η σημερινή κατάσταση στη Λιβύη αποτελεί μεγάλη πρόκληση για το διεθνή συνασπισμό ιδιαίτερα μετά την επιβολή της ζώνης για την απαγόρευση της εναέριας κυκλοφορίας στην αραβική χώρα. Συγκεκριμένα, η μεγάλη πρόκληση αφορά στη στρατηγική που καλείται να εφαρμόσει έναντι της Λιβύης ο διεθνής συνασπισμός του οποίου ηγούνται η Γαλλία, η Βρετανία και οι ΗΠΑ. Ρεαλιστικά, υπάρχουν τρεις στρατηγικές επιλογές: Η πρώτη επιλογή αφορά στην περιθωριοποίηση του διεθνούς συνασπισμού, η δεύτερη στην χερσαία στρατιωτική επέμβαση και η τρίτη στην εξεύρεση πολιτικής λύσης.

Στην περίπτωση που η Δύση αποφασίσει να περιθωριοποιήσει την παρουσία της, τότε επί της ουσίας σιωπηρά αποδέχεται την εξουσία του καθεστώτος Καντάφι και συνεπακόλουθα την κατάπνιξη των εξεγερθέντων.

Εάν η Δύση αποφασίσει να αναμιχθεί ενεργά στρατιωτικά με τη διεξαγωγή χερσαίων επιχειρήσεων επί λιβυκού εδάφους, τότε με μαθηματική ακρίβεια θα εμπλακεί σε επιχειρήσεις φθοράς πιθανώς για μεγάλο χρονικό διάστημα και με σημαντική απώλεια άμαχου πληθυσμού. Επί πλέον, το ενδεχόμενο της χερσαίας επέμβασης εκ μέρους της Δύσης στη Λιβύη θα προσφέρει με μαθηματική ακρίβεια την αιτιολογική βάση στην οποία ενδέχεται να στηριχθούν ισλαμιστικές οργανώσεις όπως η αλ-Κάιντα για τη διεξαγωγή διεθνούς ιερού πολέμου με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι τις τελευταίες εβδομάδες, η αλ-Κάιντα εξέδωσε σειρά ανακοινώσεων για τα γεγονότα στη Λιβύη επιχειρηματολογώντας ότι η Προσωρινή κυβέρνηση στη Βεγγάζη και οι διεθνείς αεροπορικές επιδρομές αποτελούν τμήμα μίας ευρύτερης συνομωσίας της Δύσης σε βάρος του Ισλάμ, και αποκήρυξε την αεροπορική επέμβαση της Δύσης ως «σύγχρονη σταυροφορία». Μία επομένως χερσαία επέμβαση στη Λιβύη ενέχει τον κίνδυνο να μετατραπεί σε στρατιωτικό Βατερλό για τις χώρες της Δύσης δεδομένου ότι είναι πιθανό να κληθούν να εμπλακούν σε μακροχρόνιες επιχειρήσεις με στρατιωτικές απώλειες, όπως άλλωστε αποδεικνύει η αποκτηθείσα εμπειρία στο Ιράκ και το Αφγανιστάν.

Ταυτόχρονα μία χερσαία επέμβαση στη Λιβύη αναμφισβήτητα θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα ισλαμιστικών οργανώσεων όπως η αλ-Κάιντα η οποία θεωρεί την στρατιωτική παρουσία της Δύσης στη Λιβύη ως ευκαιρία προκειμένου η ίδια να εμφανισθεί ως ελκυστική εναλλακτική επιλογή έναντι του καθεστώτος Καντάφι καθώς και έναντι της δυτικά προσανατολισμένης δημοκρατίας που προτείνει η Προσωρινή κυβέρνηση στη Βεγγάζη.

Η τρίτη επιλογή αφορά στον καθορισμό συγκεκριμένης στρατηγικής εξόδου και μεσοπρόθεσμης απεμπλοκής. Και τούτο διότι η εμπειρία της Δύσης όσον αφορά στην επιβολή ζώνης για απαγόρευση της εναέριας κυκλοφορίας σε χώρες όπως το Ιράκ έχει αποδείξει ότι εν τη απουσία της όποιας πολιτικής λύσης η κατάσταση μπορεί να εκτροχιασθεί. Ενδεικτική και πάλι είναι η περίπτωση του Ιράκ όπου η επιβολή από τις ΗΠΑ της ζώνης για απαγόρευση της εναέριας κυκλοφορίας στις κουρδικές περιοχές του Βορείου Ιράκ και τις σιϊτικές περιοχές στον Νότο, χωρίς μάλιστα και να έχει προηγηθεί η λήψη σχετικής απόφασης από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, σημείωσε εξαιρετικά περιορισμένη επιτυχία καθόλη την περίοδο από 1991 έως και το 2003.

Και τούτο διότι, υπό την προστασία των αμερικανικών δυνάμεων οι οποίες κατέστρεψαν ολοσχερώς την αντιαεροπορική άμυνα του Ιράκ και τις στρατιωτικές βάσεις στο έδαφος, οι Κούρδοι εδραίωσαν de facto την αυτονομία στο Βόρειο Ιράκ -αυτή τη στιγμή βέβαια που οι συσχετισμοί έχουν αλλάξει αυτό ευνοεί τον σχεδιασμό της Δύσης- , ενώ το νότιο τμήμα της χώρας εξακολουθεί έκτοτε να βρίσκεται υπό καθεστώς παντελούς έλλειψης ασφάλειας και καθημερινών ένοπλων αντιπαραθέσεων με δεδομένη πλέον και τη διείσδυση μαχητών ισλαμιστικών οργανώσεων όπως της αλ-Κάιντα.

Προσωπικά θεωρώ ότι η εξεύρεση πολιτικής λύσης στο ζήτημα της Λιβύης συνιστά στρατηγική επιλογή για την όποια απεμπλοκή της Δύσης. Αντίθετα, η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης επί μακρόν όσον αφορά στην επιβολή της ζώνης για την απαγόρευση της εναέριας κυκλοφορίας, πολλώ δε μάλλον η διεξαγωγή χερσαίων επιχειρήσεων σε καμία περίπτωση δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα της Δύσης όχι μόνο στη Λιβύη αλλά στην περιοχή ευρύτερα.



2. Ποιες διαφαίνονται να είναι οι προθέσεις του καθεστώτος Καντάφι; Υπάρχει η πιθανότητα επιστροφής στο καθεστώς της μοναρχίας; Ποια η στάση της Δύσης απέναντι σ’ αυτό το ενδεχόμενο;

Το καθεστώς Καντάφι εκτιμάται ότι κινείται προς την κατεύθυνση της εξεύρεσης πολιτικής λύσης που θα οδηγήσει στην εκτόνωση της κρίσης. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η χθεσινή παρουσία στην Αθήνα του Abdel Ati al-Obeidi, του Λίβυου υπουργού εξωτερικών και μέχρι πρότινος υπουργού επικρατείας υπεύθυνου για τις ευρωπαϊκές υποθέσεις ως απεσταλμένου του Καντάφι. Η Αθήνα εκτιμάται ότι έχει κατορθώσει να γίνει αποδεκτή ως έντιμος μεσολαβητής από το λιβυκό καθεστώς το οποίο φαίνεται να συνιστά το ένα από τα δύο μέρη που πρέπει να συνεννοηθούν για να προκύψει η όποια πολιτική λύση.

Σύμφωνα μάλιστα και με χθεσινοβραδινό δημοσίευμα της εφημερίδας New York Times, το λιβυκό καθεστώς εμφανίζεται πρόθυμο να συνεργαστεί σε μία μεταβατική περίοδο με την προσωρινή κυβέρνηση της Βεγγάζης προκειμένου να αναδειχθεί ένα νέο σύστημα διακυβέρνησης, αυτό της συνταγματικής μοναρχίας. Η διπλωματική κινητικότητα του λιβυκού καθεστώτος είναι εύστοχη και έρχεται να ικανοποιήσει ένα εκ των βασικών αιτημάτων των πολιτών στην Ανατολική Λιβύη.

Και τούτο διότι πάγιο αίτημα των πολιτών στην Ανατολική Λιβύη είναι η εγκαθίδρυση ενός κοινοβουλευτικού αντί του υπάρχοντος προεδρικού συστήματος διακυβέρνησης, το οποίο σε κάθε περίπτωση προσομοιάζει με τη συνταγματική μοναρχία του Ιντρίς Σανούσι που υπήρχε στην περίοδο πριν το 1969, με σκοπό να αποκτηθεί μεγάλος βαθμός αυτονομίας εντός βέβαια των υφιστάμενων εθνικών γεωγραφικών ορίων.

Σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η 11μελής ομάδα που απαρτίζει την προσωρινή κυβέρνηση στη Βεγγάζη περιλαμβάνει -μεταξύ άλλων- συγγενή του εκδιωχθέντα μονάρχη, όπως επίσης δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο διάδοχος της βασιλικής οικογένειας, Σέγεντ Ιντρίς αλ-Σανούσι, που γεννήθηκε στη Βεγγάζη είναι επικεφαλής του κινήματος Σανούσι και υποστηρίζεται από την πλειονότητα των φυλών της Λιβύης. Αξιομνημόνευτο είναι το γεγονός ότι το 2003 κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Ιράκ, ο Λίβυος συνταγματάρχης Καντάφι πρότεινε στον Σέγεντ Ιντρίς τη θέση του πρωθυπουργού της Λιβύης, αφενός αναγνωρίζοντας τα λαϊκά ερείσματα του βασιλικού διαδόχου και αφετέρου σε μία προσπάθεια να ενισχύσει τη νομιμότητα του καθεστώτος του. Φθάνοντας στη σημερινή έκρυθμη και βίαιη συγκυρία, ο διάδοχος της εξόριστης βασιλικής οικογένειας Σέγεντ Ιντρίς δήλωσε παρόν και εξέδωσε ανακοίνωση σύμφωνα με την οποία «είναι έτοιμος να επιστρέψει στη Λιβύη».

Καθίσταται προφανές ότι αυτή τη στιγμή όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοικτά για την εξεύρεση μίας πολιτικής-διπλωματικής λύσης που θα επιτρέψει την αξιοπρεπή έξοδο του δυτικού αεροπορικού συνασπισμού από την Λιβύη.


3. Τις τελευταίες μέρες σημειώθηκαν διαμαρτυρίες και βίαιες συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας και στη Συρία, οι διαμαρτυρίες συνεχίζονται αιματηρές και στην Υεμένη. Υπάρχει κοινή αιτία για τον ξεσηκωμό στις χώρες της Βόρειας Αφρικής και της Αραβικής χερσονήσου; Σε τι οφείλονται γενικότερα;

Είναι πράγματι σαφές ότι ο αραβικός κόσμος από την Βόρειο Αφρική μέχρι και τον Περσικό βιώνει ένα επαναστατικό κίνημα που κυοφορήθηκε από δύο ισχυρούς παράγοντες, την μεν διεθνή οικονομική κρίση που εκτόξευσε την φτώχεια και το δε αίτημα για πολιτικές μεταρρυθμίσεις που ενίσχυσε η χρήση του διαδικτύου και τα αραβικά δορυφορικά τηλεοπτικά μέσα. Ζητούμενο των διαδηλωτών σε όλες τις εξεγέρσεις αποτελεί η προώθηση των πολιτικών μεταρρυθμίσεων, η πάταξη της οικονομικής διαφθοράς, ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η προώθηση της ελευθερίας του Τύπου.


Εν προκειμένω, οι εξεγέρσεις στη Λιβύη, στην Συρία και την Υεμένη έχουν κοινό παρονομαστή αλλά και σοβαρές διαφοροποιήσεις. Επί παραδείγματι, το καθεστώς στη Συρία παρουσιάζει ξεχωριστή δομή από αυτή των υπόλοιπων στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο και γεγονός είναι η πολιτική κοσμοθεωρία του Σύριου προέδρου Ασσαντ τοποθετεί σε γραμμή προτεραιότητας την ειρήνευση και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας έναντι των όποιων αιτημάτων για πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Η επίσημη θέση του Σύριου προέδρου Ασσαντ εστιάζει στο γεγονός ότι η συριακή κοινωνία όπως και η πλειονότητα των υπολοίπων στην περιοχή οδεύουν με γοργούς ρυθμούς σε μία πολιτική μετατόπιση προς τον συντηρητισμό.

Σε αυτή τη βάση, η διαδικασία πολιτικών μεταρρυθμίσεων σύμφωνα με την αντίληψη Ασσαντ δυσχεραίνεται όπως άλλωστε αποδεικνύει η περίπτωση χωρών με αντιπροσωπευτικές τον Λίβανο και την Αλγερία οι οποίες υιοθετώντας προγράμματα για την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων έφεραν ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα καθώς επί της ουσίας έθεσαν τις βάσεις για ένταση και κοινωνικές αναταραχές. Στην περίπτωση της Αλγερίας το 1980, ισλαμιστικές ομάδες επιχείρησαν να εκμεταλλευτούν τα πολιτικά ανοίγματα της κυβέρνησης προκειμένου να ανέλθουν στην εξουσία καταστρατηγώντας την εσωτερική σταθερότητα και οδηγώντας με αυτό τον τρόπο σε ένοπλες συγκρούσεις που διήρκεσαν δεκαετίες. Αντίστοιχα, στον Λίβανο η διαδικασία πολιτικών μεταρρυθμίσεων και οι εκλογές της 29ης Μαίου 2005 προσέφεραν την αιτιολογική βάση στην οποία στηρίχθηκε σεκταριστική βία.


4. Ποιος ο ρόλος τον ισλαμιστών στα γεγονότα; Υπάρχει ενίσχυση και εντατικοποίηση στη δράση των ένοπλων ομάδων;

Ο ρόλος και ο βαθμός επιρροής στις λαϊκές μάζες των ισλαμιστών διαφέρει από χώρα σε χώρα. Στη Λιβύη για παράδειγμα, η ισλαμιστική απειλή είναι περισσότερο ορατή από ποτέ και ο όποιος κίνδυνος ασφάλειας εκτιμάται ότι είναι πιθανό να προέλθει από την οργάνωση αλ-Κάιντα καθώς και από ανεξάρτητους σαλαφιστές μαχητές.

Συγκεκριμένα, η οργάνωση αλ-Κάιντα έχει μακροχρόνια στρατηγικά συμφέροντα στη Λιβύη και επιδιώκει την κεφαλαιοποίηση των εξεγέρσεων στη Βόρεια Αφρική προκειμένου να εξυπηρετήσει ειδικότερα συμφέροντα της, ενώ αποσκοπεί στην θρησκευτική εκμετάλλευση της διεθνούς αεροπορικής επέμβασης ώστε να συσπειρώσει τους πολίτες της Λιβύης ενάντια στη Δύση.

Γεγονός είναι ότι η ισλαμιστική οργάνωση παραδοσιακά εκλαμβάνει την δημιουργία μίας ενεργούς πτέρυγας της στην Λιβύη ως βασικό πυλώνα της διαμορφούμενης περιφερειακής της στρατηγικής. Και τούτο διότι η Λιβύη δεν θεωρείται ως τελικός προορισμός της επιρροής και της δράσης της αλ-Κάιντα αλλά ως μία «ασφαλή» περιοχή από την οποία η οργάνωση θα επεκταθεί σε γειτονικές χώρες όπως η Αίγυπτος και η Αλγερία, οι οποίες διαθέτουν μεγάλους πληθυσμούς.

Επιπρόσθετα, την τελευταία δεκαετία έχει αναδυθεί στη Λιβύη σημαντικός αριθμός ανεξάρτητων σαλαφιστών μαχητών. Η λιβυκή πόλη Δίρνα της Ανατολικής Λιβύης είναι γνωστή ως κέντρο στρατολόγησης για τη διεξαγωγή ιερού πολέμου τόσο εντός της Λιβύης όσο και εκτός, όπως στο Ιράκ και το Αφγανιστάν.

Προκειμένου να γίνουν πλήρως κατανοητοί οι λόγοι που οδήγησαν στην αύξηση του αριθμού των ανεξάρτητων σαλαφιστών μαχητών, αρκεί να αναφερθεί ο κυριότερος εξ αυτών που αφορά στην οικονομική εξαθλίωση η οποία ευνόησε την καλλιέργεια της πεποίθησης σε τμήμα Λίβυων πολιτών κυρίως στην Ανατολική Λιβύη ότι δεν έχουν τίποτα να απολέσουν με το να συμμετάσχουν σε ισλαμιστικές οργανώσεις και να υιοθετήσουν την ακραία βία τόσο εντός των τειχών όσο και εκτός, όπως στο Ιράκ.

Η προοπτική της οικονομικής αποζημίωσης δια βίου μελών των οικονομικά ασθενών οικογενειών τους στην περίπτωση που οι ίδιοι προέβαιναν σε πράξεις αυτοθυσίας στο όνομα της θρησκείας στο Ιράκ ή αλλού, αποτέλεσε ισχυρό κίνητρο σε ένα γεωγραφικό κομμάτι της Λιβύης, το ανατολικό, όπου η πλειονότητα της νεολαίας μεταξύ 18 και 35 ετών είναι άνεργοι. Υπάρχουν μάλιστα αναφορές σύμφωνα με τις οποίες ισλαμιστικά δίκτυα προσέφεραν ως κίνητρο σε νεαρά άτομα προκειμένου αυτά να προβούν σε πράξεις αυτοθυσίας μηνιαία χρηματική αποζημίωση προς τις οικογένειες τους που κυμαίνεται μεταξύ 150 και 200 λιβυκών δηναρίων τη στιγμή που ο μέσος μισθός στη χώρα ανέρχεται σε 250 με 330 λιβυκά δηνάρια.

Αντίθετα, σε χώρες όπως η Συρία και το Μπαχρέιν ο ρόλος των ισλαμιστών στα γεγονότα διαφέρει.


5. Σε πολιτικό επίπεδο, θεωρείτε πως οι ισλαμιστές (Αδελφοί μουσουλμάνοι) θα είναι ρυθμιστές της αναμενόμενης εκλογικής αναμέτρησης στην Αίγυπτο;

Γεγονός είναι ότι η διαδικασία πολιτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων έχει ξεκινήσει στην Αίγυπτο. Η Μουσουλμανική Αδελφότητα έχει ανακοινώσει την μη ανάδειξη υποψηφίου της για συμμετοχή στις προεδρικές εκλογές, ενώ έχει εγκρίνει την συμμετοχή κατά τη διεξαγωγή των νέων κοινοβουλευτικών εκλογών οι οποίες εκτιμάται ότι θα επιτρέψουν την ουσιαστική εκπροσώπηση αυτής στο αιγυπτιακό κοινοβούλιο.

Εξάλλου η Μουσουλμανική Αδελφότητα διαθέτει κοινοβουλευτική εμπειρία και σημαντικά λαϊκά ερείσματα τα οποία σύμφωνα με κάποιες πρώτες εκτιμήσεις ανέρχονται περίπου σε ποσοστό 30 τοις εκατό επί του εκλογικού σώματος. Τα σημαντικά λαϊκά ερείσματα της αιγυπτιακής Μουσουλμανικής Αδελφότητα αποδίδονται εν πολλοίς στην ύπαρξη και λειτουργία υπό την αιγίδα της ενός εκτεταμένου φιλανθρωπικού, εκπαιδευτικού και νοσοκομειακού δικτύου.

Γεγονός είναι ότι η Μουσουλμανική Αδελφότητα ξεκίνησε ως κοινωνικό-θρησκευτική οργάνωση για να μετεξελιχθεί στη δεκαετία του 80 και σε πολιτικό κίνημα προβαίνοντας σε συνεργασίες με άλλα αιγυπτιακά αντιπολιτευόμενα κόμματα και υποστηρίζοντας ανεξάρτητους υποψηφίους.

Στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2005, η Μουσουλμανική Αδελφότητα κέρδισε το 20% των κοινοβουλευτικών θέσεων, θέτοντας ένα δημοκρατικό πολιτικό και όχι θεολογικό δίλλημα στο αιγυπτιακό καθεστώς. Και τούτο διότι για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, η Αδελφότητα στη διάρκεια της προηγούμενης κοινοβουλευτικής της θητείας, ήταν αυτή που ουσιαστικά έδωσε ψυχή στην κοινοβουλευτική δραστηριότητα και στο αιγυπτιακό κοινοβούλιο που μέχρι εκείνη τη στιγμή κυριαρχούνταν από το τότε κυβερνών Εθνικό Δημοκρατικό κόμμα. Σε αντίθεση με άλλους βουλευτές, οι προσκείμενοι στην Μουσουλμανική Αδελφότητα εξετέλεσαν τα κοινοβουλευτικά τους καθήκοντα με σοβαρότητα και ζήλο πραγματοποιώντας ρεκόρ προσέλευσης στις συνεδριάσεις αλλά και ασκώντας υπεύθυνη αντιπολίτευση στο τότε κυβερνών κόμμα.

Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα υπεύθυνης αντιπολίτευσης αποτέλεσε η δημιουργία συνασπισμού κοινοβουλευτικών μελών της Μουσουλμανικής Αδελφότητας με άλλα μέλη τόσο του τότε κυβερνώντος κόμματος όσο και λοιπών κοινοβουλευτικών αντιπολιτευόμενων ομάδων προκειμένου να τερματιστεί η ανανέωση του Νόμου Εκτακτης Ανάγκης ο οποίος ίσχυε από το 1981, ανανεώνονταν ανά διετία, και ο οποίος επέτρεπε τη σύλληψη ατόμων χωρίς την προηγούμενη απαγγελία κατηγοριών, τον περιορισμό της ελεύθερης έκφρασης και τη λειτουργία ειδικού στρατιωτικού δικαστηρίου.

Δηλαδή, η αιγυπτιακή Μουσουλμανική Αδελφότητα προσπάθησε να μετατρέψει το αιγυπτιακό κοινοβούλιο σε πραγματικό νομοθετικό σώμα, σε θεσμό που εκπροσωπεί τους πολίτες αλλά και σε μηχανισμό που καθιστά την κυβέρνηση υπόλογη. Η αποκτηθείσα μέχρι σήμερα εμπειρία καταδεικνύει ότι η Μουσουλμανική Αδελφότητα στην Αίγυπτο θα ακολουθήσει την δοκιμασμένη πολιτική συνταγή η οποία εγγυάται την λαοφιλία και την κοινοβουλευτικής της επιτυχία.


6. Τι ενδέχεται να επιφέρουν οι εξεγέρσεις στον αραβικό κόσμο εν γένει και ως προς τι θα αλλάξουν οι συσχετισμοί; Πώς θα επηρεαστεί η ευρύτερη περιοχή (π.χ. μετανάστευση);

Είναι πραγματικά πολύ νωρίς για να παραχθούν σαφή συμπεράσματα όσον αφορά στην αλλαγή των περιφερειακών συσχετισμών καθώς έχουμε να κάνουμε με ένα κύμα λαϊκών διαδηλώσεων που βρίσκεται εν εξελίξει. Είναι ωστόσο εφικτό χωρίς να θεωρείται παρακινδυνευμένο να παραχθούν εκτιμήσεις βασιζόμενες στα υπάρχοντα γεωπολιτικά δεδομένα.

Επί παραδείγματι, οι εξεγέρσεις στο Μπαχρέιν κατέστησαν επιτακτική την αποκατάσταση της κοινωνικό-πολιτικής ηρεμίας στη χώρα καθώς πιθανή περαιτέρω κλιμάκωση της εσωτερικής αναταραχής εκτιμάται ότι θα μπορούσε να έχει καθοριστικό αντίκτυπο στο γεωπολιτικό εκτόπισμα του Μπαχρέιν θέτοντας υπό διακύβευση τα ζωτικά αμερικανικά συμφέροντα καθώς και ασκώντας καταλυτική επίδραση ντόμινο στο άμεσο γειτονικό περιβάλλον.

Ως γνωστόν, το Μπαχρέιν φιλοξενεί την ναυτική βάση Υποστήριξης Δραστηριοτήτων Μπαχρέιν (NSA Bahrain) καθώς και το αρχηγείο του αμερικανικού 5ου Στόλου. Στην καρδιά κυριολεκτικά του Περσικού Κόλπου, η ναυτική βάση και το αρχηγείο συνιστούν στρατηγικό πλεονέκτημα της αμερικανικής παρουσίας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή καθώς επιτρέπουν την επόπτευση των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων και εμπορικών οδών, την υποστήριξη των αμερικανικών στρατευμάτων στο Ιράκ και το Αφγανιστάν αλλά και την καταπολέμηση της πειρατείας στην Ερυθρά και την Αραβική θάλασσα.

Επιπρόσθετα, η ανατροπή της μοναρχίας στο Μπαχρέιν λόγω εσωτερικών αναταραχών θα μπορούσε να ασκήσει αλυσιδωτές επιδράσεις σε γειτονικά κράτη του Κόλπου, όπως η Σαουδική Αραβία.

Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι το γειτονικό Ιράν παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τις εξελίξεις προσβλέποντας στην πολιτική και θρησκευτική εκμετάλλευση της εξελισσόμενης νέας δυναμικής που σχετίζεται με την εσωτερική αποσταθεροποίηση καθεστώτων προκειμένου αυτό να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στις αραβο-μουσουλμανικές υποθέσεις. Εν προκειμένω, πιθανή ανατροπή της μοναρχίας στο Μπαχρέιν θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εφαλτήριο των ιρανικών φιλοδοξιών που εκλαμβάνουν το Μπαχρέιν ως την 14η επαρχία του Ιράν μέσω του ισχυρού σιιτικού θρησκευτικού πληθυσμού που υπάρχει στην χώρα. Και τούτο διότι ποσοστό που αγγίζει το 70 τοις εκατό του συνολικού πληθυσμού στο Μπαχρέιν είναι οπαδοί του σιιτισμού.

Το σίγουρο είναι ότι τα καθεστώτα στην περιοχή αφυπνίζονται και καλούνται να φλερτάρουν με τα λαϊκά αιτήματα για πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις αλλά και να αναγνωρίσουν ότι αυτά σε συνδυασμό με την ισχυρή επίδραση του Ισλάμ στις μάζες αποτελούν χαρτιά προκειμένου όχι απλά για να διατηρήσουν την δημοτικότητα και την λαοφιλία τους αλλά για να επιβιώσουν.

Wednesday, April 6, 2011

Islamist Organizations are Trying to Benefit from the Unrest in the Arab - Muslim World

INTERVIEW of Antonia Dimou to the GR REPORTER

Co
nducted by Anastasia Balezdova

5 April 2011


(Photo from: http://www. shoppingcable.com)

What is your assessment on the developments of the military operations against Libya? Do you think that the West intends to proceed with land operations?


First, I would like to underline that the situation in Libya today is a major challenge for the international coalition, especially after the imposition of the no-fly zone over the Arab country. Specifically, the major challenge is related to the strategy that the international coalition headed by France, the UK and the US, needs to implement towards Libya. Realistically, there are three distinctive strategic choices: The first choice revolves around the marginalization of the international coalition, the second focuses on land military operations and the third on finding a political solution.


In case the West decides to marginalize its presence, this would mean a tacit recognition of the authority of the Qaddafi regime and consequently the suppression of the rebels.


If the West decides to intervene actively in the military field with the conduct of operations via land on Libya, then it will precisely get itself involved in the middle of hostilities, perhaps for a long period of time and with potentially significant casualties among the civilian population. Moreover, the possibility of land operations by the West can potentially provide the basis upon which Islamist organizations such as al-Qaida may carry out holy war around the world (global jihad), whatever that means. It is not mere coincidence that al-Qaeda has in recent weeks issued a number of statements about the events in Libya arguing that the transitional government in Benghazi and the international air strikes are part of a wider conspiracy against Islam while denouncing the Western air operations as "modern crusade".


Thus, a Western operation via land on Libya runs the risk of becoming a military Waterloo for Western countries since there is possibility for long-time involvement on their part in military operations that may lead to casualties, as evidenced in the cases of Iraq and Afghanistan. At the same time, a land operation on Libya will undoubtedly serve the interests of Islamist groups like al-Qaida, which sees military presence of the West in Libya as an opportunity to position itself as an attractive alternative to the Qaddafi regime, and to the pro-Western democracy proposed by the transitional government in Benghazi.



The third choice relates to the definition of an exit strategy and a near-term withdrawal. And this because the experience of the West with no-fly zones over countries such as Iraq has shown that such measures in the absence of any political solution can complicate the situation. The case of Iraq is indicative, where the imposition of a no-fly zone over the Kurdish areas in northern Iraq and the Shiite regions in the south of the country, without a prior mandate from the UN Security Council, has enjoyed limited success between 1991 and 2003. Under the protection of US forces, that destroyed the anti-aircraft defence of Iraq and the military bases on the ground, the Kurds established de facto autonomy in northern Iraq - at this moment this development favours the plans of the West. At the same time, the southern part of the country continues to be under a state of complete lack of security and daily armed clashes, taking for granted the entry of militants of Islamist organizations such as al-Qaeda.


My personal estimate is that finding a political solution to the case of Libya is a strategic choice for any withdrawal of the West to happen. On the contrary, the prolongation of the current situation with regards to the no-fly zone, let alone the conduct of land operations will in no case serve the interests of the West not only in Libya, but in the whole region.



What are the intentions of the Qadhafi’s regime? Is it possible to return to the monarchy and what is the position of the West on this prospect?


The Qaddafi regime is estimated that it heads towards finding a political solution that will lead to the crisis defuse. In this context, the yesterday's visit to Athens of Libyan acting Foreign Minister and former Minister of State responsible for European Affairs, Abdul Ati al-Obeidi as Qadaffi’s envoy took place. Athens is perceived as an honest broker by the regime in Libya which apparently is one of the two sides that should come into terms in finding any political solution.


According to an article published in The New York Times yesterday evening, the regime in Libya appears willing to cooperate with the transitional government in Benghazi for an interim period of time so that a new system of governance emerges, the system of constitutional monarchy.


The diplomatic activity of the Libyan regime is felicitous and aims to meet one of the main demands of the citizens of eastern Libya. Firm demand of the citizens in eastern Libya is the establishment of a constitutional rather than a presidential system of governance which in many aspects resembles with the constitutional monarchy of Idris Sanusi that existed the period before 1969. The demand envisions the acquisition of a great degree of autonomy within, however, the existent geographic national boundaries.


In this sense, it is not mere coincidence that the 11-member transitional government in Benghazi includes – among others - a relative of the exiled monarch. It is also not coincidence that the heir of the royal family Seyed Idris al-Sanusi, who was born in Benghazi, is the head of the Sanusi movement which enjoys the support of the majority of the tribes in Libya. It is worth noting that in 2003 during the war in Iraq, Libyan colonel Qadhafi proposed to Seyed Idris the position of the prime minister of Libya acknowledging on the one hand the popular support of the royal heir and attempting on the other hand to strengthen the legitimacy of his regime. Coming to the turbulent and violent situation of today, Seyed Idris made his presence clear and issued a statement according to which “he is ready to return to Libya”.


It is clear that at this point of time all options are open in finding a political and diplomatic solution that will provide the western coalition a dignified exit from Libya.



We have witnessed protests and heavy clashes between protesters and police in Syria in recent days. The bloody protests in Yemen also continue. Is there a common cause of unrest in the countries of North Africa and the Arabian Peninsula? What is the reason for them?


It is indeed clear that a revolutionary movement is spreading across the Arab world from North Africa to the Persian Gulf and is attributed to two major factors. One factor is the global financial crisis which increased the level of poverty and the second factor is the demand for political reforms reinforced by the use of Internet and the Arab satellite TV stations. Protestors in the riots demand the introduction of political reforms, the fight of economic corruption, the respect of human rights and the promotion of the freedom of the press.


The protests in Libya, Syria and Yemen have a common denominator, but also important differences. For example, the regime in Syria has a separate structure from the others in the Arab-Muslim world. Also it is a fact that the political outlook of Syrian President Assad considers as first priority the establishment of peace and the fight against terrorism rather than any popular demands for political reforms. The official position of the Syrian President acknowledges the fact that the Syrian society like the majority of societies in the region, are experiencing a shift in political alignment to conservatism. Upon this basis, the process of political reforms according to Assad’s perception is becoming difficult as evidenced by the cases of countries like Lebanon and Algeria. Specifically, countries like Lebanon and Algeria that had strived for rapid reforms had only set the stage for conflict and social unrest. In the case of Algeria during the 1980s, Islamist groups sought to exploit the political opening of the government to gain power and this had undermined the internal stability and had sparked conflict lasting decades. In Lebanon respectively, the process of political reforms and the elections of May 29th, 2005 had been the cause of the subsequent sectarian violence.



What is the role of Islamists in the events? Can we talk about strengthening of the activities of the armed groups?


The role and the degree of the Islamists’ influence on the masses differ from country-to-country. In Libya, for example, the Islamist threat is becoming more obvious than ever and any security risks may come from al-Qaida and from freelance salafist militants. Specifically, al-Qaida maintains long-term strategic interests in Libya, and seeks to capitalize on the riots in North Africa so that it serves its very own interests. At the same time, it seeks to exploit religious the international air operations to unify the citizens of Libya against the West. It is undoubted fact that the organization traditionally sees the establishment of an active wing in Libya as a basic pillar of its peripheral strategy. Libya is not considered as an end in the influence and activities of al-Qaida, but as a "safe" area from which to spread into neighbouring countries such as Egypt and Algeria, which have larger populations.


Moreover, a significant number of freelance salafist fighters have emerged in Libya during the last decade. The city of Deraa in eastern Libya is well-known as centre for recruiting militants to carry out holy war (jihad) in Libya as well as in Iraq and Afghanistan. The main reason for the increase in numbers of freelance salafist militants is the economic misery which has favoured the growing belief in part of Libyan citizens mainly in Eastern Libya that they have nothing to lose by participating in Islamist groups and by resorting to violence at home and outside like in Iraq. The prospect of lifetime economic compensation of members of their economically weak families in case they practice self-sacrifice in the name of religion in Iraq or elsewhere has proved to be a strong motive in eastern Libya, where the majority of the youths aged between 18 and 35 are unemployed. There are also certain reports according to which Islamist networks offered as motive to young people in order to practice self-sacrifice a monthly compensation for their families which amounts to 150 to 200 dinars, when the average salary in the country amounts to 250 to 330 dinars.


On the contrary, in countries like Syria and Bahrain, the role of Islamists in the events differs.



What are the possible consequences of the riots in the Arab world and in what direction will the alignments change?


It is indeed too early to produce clear conclusions with regards to the change of regional alignments, as we witness an ongoing wave of popular protests. However, it is feasible to make some assessments based on the existing geopolitical situation. For example, the riots in Bahrain have made urgent the restoration of the socio-political stability in the country because a possible escalation of the domestic unrest could have a decisive impact on the geopolitical position of Bahrain, thus endangering the vital US interests, and causing a domino effect in the neighbourhood.


As it is known, Bahrain hosts the Naval Support Activity Bahrain (NSA Bahrain) and the US Navy 5th fleet headquarters. Literally located in the heart of the Gulf, the naval base and the headquarters are a key strategic asset for the US presence in the wider Middle East, as they permit the overlooking of the oil installations and trade routes, the support of the US forces in Iraq and Afghanistan and the fight against naval piracy in the Red and the Arabian Seas.


Moreover, the overthrow of the monarchy in Bahrain due to internal unrest could cause a chain reaction on neighbouring Gulf countries like Saudi Arabia. It is worth noting that neighbouring Iran is closely monitoring the events and is eager to take political and religious advantage of this new dynamic developing, which is related to the internal destabilization of regimes in order to play a leading role in the Arab - Muslim affairs. In this case, a possible overthrow of the monarchy in Bahrain could serve as springboard for Iranian ambitions that perceive Bahrain as the 14th province of Iran particularly due to the Shiite religious link. Actually, over 70 percent of Bahrain’s population is Shiite.


What is certain is that the regimes in the region are awaken and are invited to "flirt" with the popular demands for political and economic reforms. At the same time, they have to recognize that the popular demands for reforms combined with the strong influence of Islam on the masses are denominators not only for the preservation of their popularity, but also of their very survival.




Tuesday, March 29, 2011

ΙΣΛΑΜΙΣΤΙΚΕΣ vs ΜΕΤΡΙΟΠΑΘΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΣΤΗ ΛΙΒΥΗ: Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΗΜΕΡΑ ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ


ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ 21, ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΑΝΑΛΥΣΕΩΝ ΑΜΥΝΑΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ, 29 Μαρτίου 2011, ΑΘΗΝΑ





Της Αντωνίας Δήμου

Τα επιχειρησιακά αποτελέσματα της διεθνούς αεροπορικής επέμβασης στη Λιβύη και η αποτίμηση της εφαρμογής των ψηφισμάτων 1970 και 1973 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ είναι απαραίτητα προκειμένου να υπάρξει ενιαία και συντονισμένη δράση για την αντιμετώπιση της εν εξελίξει πολιτικής κρίσης στη Λιβύη.

Σε αυτό το πλαίσιο εκτιμάται ότι εντάσσεται και η διεθνής διάσκεψη για την κατάσταση στη Λιβύη που είναι προγραμματισμένη να διεξαχθεί στο Λονδίνο στις 29 Μαρτίου 2010 με κεντρικά ζητήματα στην ατζέντα των συνομιλιών την επιβολή της διεθνούς νομιμότητας, τον τερματισμό της βίας και την εξεύρεση πολιτικής λύσης που θα επιτρέψει την έξοδο από την κρίση.

Το Πλήρες Κείμενο Εργασίας εμφανίζεται στην ηλεκτρονική Διεύθυνση:

http://www.i-sda.org/isda/documents/KE_21.pdf

Thursday, March 10, 2011

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΚΑΙ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ", ΤΕΥΧΟΣ ΜΑΡΤΙΟΥ, 2011


ΑΡΘΡΟ ΤΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΔΗΜΟΥ ΜΕ ΤΙΤΛΟ, "ΛΙΒΥΗ: ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ ΤΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ. ΤΑ ΔΥΟ ΣΕΝΑΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΜΕΝΗΣ ΗΜΕΡΑΣ".

Thursday, February 24, 2011

Τηλεφωνικό (!!!) το Νέο Διάγγελμα Καντάφι...



της Αντωνίας Δήμου



Ο Λίβυος πρόεδρος Μουαμάρ Καντάφι προέβη σε ολιγόλεπτο τηλεφωνικό διάγγελμα στην κρατική τηλεόραση σε μία στιγμή όπου η έκρυθμη κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας αλλά και η διεθνής κατακραυγή εναντίον του καθεστώτος για την εκτεταμένη χρήση ένοπλης βίας σε βάρος πολιτών, κορυφώνονται. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο Λίβυος πρόεδρος έχει αυτό-επιβληθεί σε κατ’ οίκον περιορισμό στην Τρίπολη και το μήνυμα που επιχείρησε να επικοινωνήσει μέσω τηλεφώνου έχει πολλαπλούς αποδέκτες τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και το εξωτερικό.


Αρχικά ο Λίβυος πρόεδρος τόνισε ότι η κατάσταση που καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει η Λιβύη είναι διαφορετική από αυτή της Αιγύπτου και της Τυνησίας, αναφέροντας χαρακτηριστικά επί λέξει ότι «εκείνοι που επαναστάτησαν είχαν αιτήματα, αλλά εσείς εδώ έχετε την εξουσία στα χέρια σας. Εχετε τη δυνατότητα να προσάγετε σε δίκη οποιονδήποτε κατηγορούμενο για διαφθορά». Με ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα απευθύνθηκε επανειλημμένα στη διάρκεια του διαγγέλματος στους κατοίκους της ανατολικής πόλης Ζαουία αναγνωρίζοντας την απώλεια του ελέγχου της από τα σώματα ασφάλειας της κεντρικής κυβέρνησης την οποία και απέδωσε χαρακτηριστικά σε κομμάτι της νεολαίας ηλικιακά μεταξύ 15 και 18 ετών, η οποία έχει λάβει εκπαίδευση και ιδεολογική χειραγώγηση από ομάδες που ελέγχονται από την ισλαμική οργάνωση αλ-Κάιντα και τον ηγέτης της Οσάμα Μπιν Λάντεν.


Αποδέχθηκε μάλιστα την ύπαρξη αναρχίας καθώς σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου, ταραχοποιά στοιχεία έχουν εισέλθει σε δικαστικά κτίρια και καταστρέψει φακέλους που αφορούν σε εγκληματικές πράξεις, έχουν προβεί σε ένοπλες ληστείες όπως επίσης έχουν ξεχυθεί με όπλα στους δρόμους και τρομοκρατούν. Ο Λίβυος πρόεδρος απευθυνόμενος στους επικεφαλείς των λιβυκών οικογενειών ανέφερε χαρακτηριστικά: «οι εχθροί οι οποίοι εκπαίδευσαν τα παιδιά σας είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις τους σήμερα και ως εκ τούτου πρέπει να προσαχθούν σε δίκη. Τα παιδιά σας ελέγχονται και έχουν υποστεί πλύση εγκεφάλου από τον Μπιν Λάντεν. Πως μπορείτε να εξηγήσετε την εσφαλμένη συμπεριφορά τη στιγμή που όλα τα αγαθά στην χώρα διατίθενται σε λογικές τιμές; Ποιος είναι ο λόγος των ένοπλων ληστειών; Γιατί ασχολείστε με την ιδεολογία του Μπιν Λάντεν; Από αύριο όλοι σας αναλάβετε την φροντίδα των παιδιών σας και απέχετε από το να βγαίνετε στους δρόμους με όπλα».


Ο Λίβυος πρόεδρος με επιμονή τόνισε ότι η έκρυθμη κατάσταση οφείλεται σε μικρό τμήμα της νεολαίας και σε καμία περίπτωση δεν αφορά οικογένειες ή κυβερνητικούς υπαλλήλους και αξιωματούχους καθώς η ένοπλη νεολαία έχει επηρεαστεί από ομάδες και οργανώσεις οι οποίες μάλιστα καταζητούνται από τις ΗΠΑ και τη Δύση. Σε μία προσπάθεια μάλιστα να «ταρακουνήσει» τον λιβυκό λαό επανέλαβε τις προειδοποιήσεις που είχε εκφράσει στο προηγούμενο διάγγελμα του σύμφωνα με τις οποίες, στην περίπτωση που η Λιβύη διαλυθεί και κυριαρχηθεί από ομάδες που πρόσκεινται ιδεολογικά και ελέγχονται από την αλ-Κάιντα τότε είναι βέβαιο ότι μία νέα κατάσταση τύπου Ιράκ ή Αφγανιστάν θα αναδυθεί προσφέροντας την αφορμή στις ΗΠΑ να επέμβουν στρατιωτικά προκειμένου να εκριζώσουν τους όποιους πυρήνες της ισλαμιστικής οργάνωσης.


Επίσης ανέφερε χαρακτηριστικά: «Η αλ-Κάιντα έχει ερείσματα σε συγκεκριμένα κομμάτια της χώρας μας, δεν ενδιαφέρεται για την γεωργία ή άλλες βιομηχανίες, ενδιαφέρεται να αναλάβει τον έλεγχο της Λιβύης, εκφράζοντας έννοιες περί ιερού πολέμου. Αυτό όμως δεν είναι ιερός πόλεμος. Πραγματικός ιερός πόλεμος διεξήχθη όταν οι Ιταλοί κατέλαβαν την χώρα μας στις αρχές του 20 αιώνα», και σε άλλο σημείο έκανε χρήση αυτούσιου αποσπάσματος από το Κοράνι προκειμένου να αγγίξει το θρησκευτικό λαϊκό συναίσθημα και να προβάλλει τη νομιμότητα του καθεστώτος του λέγοντας:«Το κοράνι αναφέρει: Υπακούστε το Κοράνι, τον Προφήτη και εκείνους που είναι επιφορτισμένοι με την φροντίδα της κοινότητα σας». Επίσης ξεκαθάρισε ότι οι εγχώριες ισλαμικές οργανώσεις όπως αυτή της Λιβυκής Ισλαμικής Στρατιωτικής Οργάνωσης και οι Σαλαφίτες δεν έχουν καμία απολύτως συμμετοχή στα γεγονότα.


Σε μία εκ προθέσεως κίνηση να ενισχύσει το συναίσθημα της οικονομικής ανασφάλειας και του αβέβαιου μέλλοντος τόνισε επί λέξει απευθυνόμενος στον λιβυκό λαό: «τώρα που η ροή του πετρελαίου θα σταματήσει, ποιος θα σας στηρίξει, ο Μπιν Λάντεν και οι συνεργάτες του; Πως θα μπορέσετε να διατηρήσετε ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης εάν δεν επιστρέψετε στις εργασίες σας και το πετρέλαιο σταματήσει;» ενώ πολύ εύστοχα προέβη σε ανακοίνωση της απόφασης να γίνει αύξηση των μισθών και επιχορηγήσεις, αναδεικνύοντας τα θετικά στοιχεία της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης που εστιάζουν στην παροχή χαμηλότοκων δανείων με ικανότητα μακρόχρονης αποπληρωμής που κυμαίνεται ανάμεσα στα 15με 20 έτη, καθώς και στις χαμηλές τιμές των προϊόντων στην αγορά.


Σε μία προσπάθεια να αποκρούσει τις εγχώριες επικρίσεις αλλά και αυτές της διεθνούς κοινότητας για την εκτεταμένη χρήση βίας σε βάρος αθώων πολιτών αλλά και σε μία κίνηση να προκαταλάβει τις όποιες διεθνείς κινήσεις που αφορούν στην επιβολή εκ νέου κυρώσεων σε βάρος ουσιαστικά του καθεστώτος εάν αυτό επιβιώσει την επόμενη ημέρα της κρίσης, ο Λίβυος πρόεδρος τόνισε ότι ο ίδιος δεν φέρει κανένα επίσημο τίτλο ή θέση, ότι δεν έχει τη δικαιοδοσία να θεσπίζει νόμους, να υπογράφει αποφάσεις ή να εκδίδει κανονισμούς καθώς το πολιτικό του αξίωμα προσομοιάζει με αυτό της Βασίλισσας Ελισάβετ στη Μεγάλη Βρετανία το οποίο είναι περισσότερο διακοσμητικό, ενώ μετέθεσε τις όποιες ευθύνες για την χρήση βίας προφανώς στα σώματα ασφάλειας της χώρας λέγοντας επί λέξει: «Η κατάσταση μου είναι ακριβώς όπως της Βασίλισσας Ελισάβετ η οποία κυβερνά την Βρετανία επί 57 συναπτά έτη. Δεν έχω την εξουσία να εκδίδω αποφάσεις σε βάρος του λαού. Η εξουσία μου είναι περισσότερο συμβολική, υπάρχουν άλλες εξουσίες οι οποίες είναι υπεύθυνες για τον κόσμο στους δρόμους».


Ο Λίβυος πρόεδρος ολοκλήρωσε το διάγγελμα εκφράζοντας τα συλλυπητήρια του στις οικογένειες τεσσάρων μελών των δυνάμεων της ασφάλειάς του οι οποίοι απώλεσαν την ζωή τους στη διάρκεια των συγκρούσεων, και αξιοπρόσεχτο είναι ότι απέφυγε να εκφράσει συλλυπητήρια για τους εκατοντάδες νεκρούς των τελευταίων ημερών, καταλήγοντας: «σας παρακαλώ μην με απογοητεύσετε, διαφορετικά ο καθένας θα πάρει το Νόμο στα χέρια του. Είθε ειρήνη να επέλθει στην πόλη Ζαουία και τον λαό της».

Tuesday, February 22, 2011

Λιβύη - Καντάφι: Απειλές για θάνατο και υποσχέσεις για σαρωτικές αλλαγές…


Τρίτη, 22 Φεβρουάριος 2011 21:17

Αναπαραγωγή από http://www.defence-point.gr

Ντυμένος με παραδοσιακή στολή παραλλαγής, ο Μουαμάρ Καντάφι μίλησε προς το λαό της Λιβύης. Την ομιλία παρακολούθησε στα αραβικά η Αραβολόγος, Αντωνία Δήμου και μας ενημερώνει...


Η στολή παραλλαγής του Καντάφι αποτελούνταν από καφέ τουρμπάνι και κελεμπία. Η πολεμική ενδυμασία έχει προφανώς ξεχωριστή σημειολογία. Φορώντας την ο Λίβυος ηγέτης προέβη στο δεύτερο από την έναρξη των διαδηλώσεων διάγγελμα του στην κρατική τηλεόραση χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα σκληρή και απειλητική γλώσσα σε βάρος των διαδηλωτών, ενώ εμφανίσθηκε αποφασισμένος να δώσει εντολή για εκτεταμένη χρήση πυρών από αέρος και εδάφους εάν οι περιστάσεις το απαιτήσουν.



Το διάγγελμα του Καντάφι πραγματοποιήθηκε μπροστά στην κατεστραμμένη από αμερικανική αεροπορική επιδρομή τη δεκαετία του 80’ οικία του ιδίου στην Τρίπολη η οποία χρησιμοποιείται ως μνημείο αντίστασης, εν μέσω αναφορών ότι οι διαδηλωτές έχουν ήδη θέσει υπό τον έλεγχο τους δεκάδες πόλεις τις χώρας. Στη διάρκεια μάλιστα του διαγγέλματος, η τηλεοπτική κάμερα προέβαλε ένα χρυσοποίκιλτο μνημείο που βρίσκεται έμπροσθεν της κατεστραμμένης οικίας και το οποίο αποτυπώνει μία γροθιά που συνθλίβει ένα αμερικάνικο μαχητικό αεροσκάφος. Η επιλογή των πλάνων και της τοποθεσίας στην οποία πραγματοποιήθηκε το προεδρικό διάγγελμα δεν είναι καθόλου τυχαία καθώς ο Λίβυος πρόεδρος σε μία προσπάθεια διάλυσης των διαδηλώσεων και συσπείρωσης των φυλών οι οποίες επί της ουσίας ελέγχουν την χώρα, εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι οι αναταραχές στην Λιβύη έχουν υποκινηθεί από τις ΗΠΑ, την Βρετανία καθώς και από την ισλαμιστική οργάνωση αλ-Κάιντα αλλά και τρομοκρατικά στοιχεία τα οποία έχουν ιδεολογική συγγένεια με τον διαβόητο Οσάμα Μπιν Λάντεν.


Συγκεκριμένα, ο πρόεδρος της Λιβύης έκανε έκκληση προς τον λιβυκό λαό λέγοντας «πάρτε τα παιδιά σας από τους δρόμους. Τα παιδιά σας πεθαίνουν. Για ποιο λόγο και για ποιο σκοπό;. Τα παιδιά των άλλων είναι στην Αμερική και στην Ευρώπη», και συνέχισε «Στρατολογούν τα παιδιά σας, τα μεθούν και τα στέλνουν στο θάνατο. Για ποιο λόγο; Για να καταστρέψουν την Λιβύη, για να κάψουν την Λιβύη». Σε άλλο σημείο «Αντισταθήκαμε στις ΗΠΑ και τη Βρετανία στο παρελθόν και δεν θα παραδοθούμε».


Στην προσπάθεια μάλιστα συσπείρωσης του λαού χρησιμοποίησε το ασφαλές «χαρτί» του εξωτερικού εχθρού και κινδύνου θέτοντας το εξής δίλλημα απευθυνόμενος προς τον λιβυκό λαό: «Θέλετε οι ΗΠΑ να σας καταλάβουν όπως συνέβη στο Αφγανιστάν, το Πακιστάν και το Ιράκ; Θέλετε να γίνετε σαν τη Σομαλία;» Στο ίδιο μήκος κύματος εξέφρασε ότι οι υποκινούμενοι διαδηλωτές επιδιώκουν να μετατρέψουν την Λιβύη σε ισλαμικό κράτος και εξυπηρετούν σε κάθε περίπτωση τα συμφέροντα ισλαμιστικών οργανώσεων που ελέγχονται από τον Αϊμάν Αλ Ζαουάχρι, στενό συνεργάτη του ηγέτη της αλ-Κάιντα Οσάμα Μπιν Λάντεν, οι οποίες προσφέρουν το άλλοθι για αμερικανική στρατιωτική επέμβαση, όπως συνέβη στην περίπτωση της πόλης Φαλούτζα στο Ιράκ. Σύμφωνα με το διάγγελμα, ο στενός συνεργάτης της αλ-Κάιντα Ζαρκάουι έδωσε την αφορμή να ισοπεδώσουν οι Αμερικανοί από αέρος την ιρακινή Φαλούτζα, εξυπηρετώντας με αυτό τον τρόπο τα αμερικανικά πλάνα που αφορούσαν στην καταστροφή της πόλης, ενώ επιπρόσθετα διετύπωσε ότι οι Αμερικανοί κατέστρεψαν ολοσχερώς τη Βαγδάτη με σκοπό όχι να καταστρέψουν την αλ-Κάιντα αλλά να ανατρέψουν το ιρακινό Μπααθικό καθεστώς και να ελέγξουν το Ιράκ σκοτώνοντας περί τα δύο με τρία εκατομμύρια κατοίκους.



Ο Λίβυος πρόεδρος ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «οι ίδιες συμμορίες, οι ίδιες ομάδες» έχουν υποκινήσει τις διαδηλώσεις στην χώρα και έκανε έκκληση προς την νεολαία να συνδράμει ενεργητικά στην αποκατάσταση της σταθερότητας και της ασφάλειας και να αψηφήσει εκπροσώπους φυλών οι οποίοι ενεργούν ως «πράκτορες» του Ζαουάχρι, των ΗΠΑ και της Βρετανίας. Ο Λίβυος πρόεδρος ουσιαστικά απαίτησε από την νεολαία να ξεχυθεί στους δρόμους και να συνδράμει στην σύλληψη ταραχοποιών κατά τα λεγόμενα του ιδίου στοιχείων προκειμένου να οδηγηθούν στη δικαιοσύνη και να αποδοθεί σε αυτούς η εσχάτη των ποινών, όπως προβλέπεται από την Πράσινη Βίβλο η οποία λειτουργεί αντί συντάγματος.



Συγκεκριμένα, ο Λίβυος πρόεδρος εκμεταλλευόμενος τη δύναμη της τηλεοπτικής εικόνας πρόβαλλε κρατώντας στο χέρι την Πράσινη Βίβλο και διάβασε αυτούσια αποσπάσματα σύμφωνα με τα οποία επισείετε η ποινή του θανάτου σε όσους αποδεδειγμένα υπονομεύουν την εθνική κυριαρχία, σε όσους εγκληματούν σε βάρος του στρατού, σε όσους συνεργάζονται με άλλες χώρες προκειμένου να αποσταθεροποιήσουν την χώρα, σε όσους επιχειρούν να καταργήσουν την Πράσινη Βίβλο, σε όσους χρησιμοποιούν όπλα και εκρηκτικούς μηχανισμούς προκειμένου να προκαλέσουν εμφύλιο πόλεμο ή/και σε όσους προβαίνουν σε ενέργειες που στοχεύουν στην διεξαγωγή εμφύλιας σύρραξης. Και εξέφρασε χαρακτηριστικά «θα καθαρίσω την Λιβύη από σπίτι σε σπίτι εάν οι ταραχοποιοί διαδηλωτές δεν παραδοθούν» και σε άλλο σημείο «δεν είναι αστείο. Θα κάνω ότι χρειάζεται έτσι ώστε κανένα κομμάτι της χώρας να μην αφαιρεθεί».

Υιοθετώντας τις δύο εκδοχές του καρότου και του μαστιγίου, ο Λίβυος πρόεδρος εμφανίσθηκε υπέρμαχος των ειρηνικών διαδηλώσεων σε μία κίνηση να προσεγγίσει τη νεολαία εκφράζοντας ότι και ο ίδιος στο παρελθόν ηγήθηκε ειρηνικών διαδηλώσεων με αίτημα την αλλαγή πολιτικής και όχι την καταστροφή κυβερνήσεων φέροντας ως παράδειγμα τις διεξαχθείσες ειρηνικές διαδηλώσεις για την Γάζα και επισημαίνοντας ότι οι ειρηνικές διαδηλώσεις διαφέρουν από αυτό που συμβαίνει στην Λιβύη και το οποίο αφορά σε οργανωμένη πράξη συνομωσίας ξένης χώρας σε βάρος της Λιβύης μέσω διαδηλώσεων.

Επίσης ο Λίβυος πρόεδρος εμφανίσθηκε αποφασισμένος την επομένη ημέρα από την αποκατάσταση της ασφάλειας και της σταθερότητας να προβεί σε πολιτικές μεταρρυθμίσεις και να ενθαρρύνει τον διάλογο για τη σύσταση νέας κυβέρνησης, νέων δημοτικών επιτροπών καθώς και νέου τροποποιημένου συντάγματος. Κατά τα λεγόμενα του ιδίου, του διαλόγου θα ηγείται ο υιός του Σάιφ αλ-Ισλάμ με μία επιτροπή δικαστών και νομικών οι οποίοι θα κινηθούν προς την κατεύθυνση της προστασίας των αρχών και αξιών των κοινοτήτων, και της προάσπισης των πολιτικών ελευθεριών με τρόπο που να εξυπηρετούνται τα λαϊκά συμφέροντα.

Προτού τελειώσει το διάγγελμά του τόνισε επί λέξη «Θα αγωνιστώ μέχρι την τελευταία σταγόνα του αίματός μου. Δεν πρόκειται να εγκαταλείψω την Λιβύη. Θα πεθάνω ως μάρτυρας» και απευθύνθηκε στη νεολαία χαρακτηριστικά: «Να είστε θαρραλέοι. Είστε εκατομμύρια και είναι δεκάδες. Αποκαταστήστε την ασφάλεια τώρα με την βοήθεια των Ελεύθερων Αξιωματικών» .

Μετά το τέλος του διαγγέλματος, η τηλεοπτική εικόνα ως αδέκαστος μάρτυρας της πραγματικότητας κατέδειξε ότι ο Λίβυος πρόεδρος για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια δεν περιστοιχίζονταν από ομάδες ένθερμων υποστηρικτών του αλλά από ελάχιστα μέλη των δυνάμεων της προσωπικής του ασφάλειας, ενώ άξιο λόγου αποτελεί το γεγονός ότι ο υιός του Μοτάσεμ ο οποίος ηγείται του στρατεύματος προσήλθε και τον χαιρέτισε δια ασπασμού.

Sunday, February 20, 2011

ΑΙΓΥΠΤΟΣ:Όλο το παρασκήνιο της εξέγερσης.


Αναδημοσίευση από ΟnAlert.gr, 19 Φεβρουαρίου 2011


Της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΔΗΜΟΥ


Eπικεφαλής του τομέα Μέσης Ανατολής και Περσικού Κόλπου στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας, εταίρος στο Κέντρο Στρατηγικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Ιορδανίας και του Κέντρου για την Ανάπτυξη στη Μέση Ανατολή (CMED) του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, Λος Άντζελες, ΗΠΑ.


Περιοδικό ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΚΑΙ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ, Τεύχος Φεβρουαρίου


Στις 25 Ιανουαρίου του 2011, ημέρα εορτασμού της ημέρας της Αιγυπτιακής Αστυνομίας, αντιπολιτευόμενες ομάδες προέβησαν σε διαδηλώσεις στην εθνική επικράτεια της χώρας, το μέγεθος των οποίων υπολογιζόταν σε μερικές δεκάδες χιλιάδες συμμετέχοντες, ενώ παρόμοιες με αυτές είχαν να εκδηλωθούν στην Αίγυπτο από το 1977. Στην παρούσα ανάλυση θα επιχειρηθεί μια ψύχραιμη προσέγγιση του προβλήματος στην Αίγυπτο, εμφανώς διαφοροποιημένη από το σύνολο των ελληνικών και διεθνών μέσων μαζικής ενημέρωσης. Κι αυτό διότι σε μια χώρα 80 εκατομμυρίων κατοίκων ο βασικός πυρήνας των συμμετεχόντων κυμάνθηκε στα 50.000 άτομα. Η ανάλυση των αιτημάτων των διαδηλωτών προσφέρει χρήσιμα συμπεράσματα, ενώ δεν μπορεί να αγνοηθεί και το προαναφερθέν ιστορικό προηγούμενο. Το βέβαιο είναι ότι πολιτικό πρόβλημα στην Αίγυπτο υφίσταται, χωρίς όμως να συνεπάγεται την επικείμενη κατάρρευση του καθεστώτος.



Προς χάριν υπενθύμισης των γεγονότων, τον Ιανουάριο του 1977, δηλαδή 34 χρόνια πριν, αντικυβερνητικές διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν στην Αίγυπτο με ακριβώς τα ίδια αιτήματα όπως και εν έτει 2011, δηλαδή το τέλος του νεποτισμού και της οικονομικής διαφθοράς. Αιτία δε των διαδηλώσεων αποτέλεσε η απόφαση της τότε κυβέρνησης Σαντάτ να άρει τις κρατικές επιδοτήσεις σε βασικά προϊόντα διατροφής όπως το αλεύρι, το ρύζι και το μαγειρικό λάδι, ενώ εξήγγειλε και αυξήσεις τιμών. Σύμφωνα με ανεπίσημα μέχρι και σήμερα στοιχεία, 800 περίπου άτομα σκοτώθηκαν και μερικές χιλιάδες τραυματίστηκαν στη διάρκεια των διαδηλώσεων αυτών, οι οποίες και τερματίστηκαν όταν η κυβέρνηση Σαντάτ όχι μόνο ακύρωσε την προαναγγελθείσα αύξηση των τιμών αλλά και προέβη σε αύξηση μισθών κατά 10% και άλλες χορηγίες για τους δημοσίους υπαλλήλους.


Στις διαδηλώσεις του 2011, οι οργανωτές τους χρησιμοποίησαν-αξιοποίησαν ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης όπως το facebook και το twitter προκειμένου να σχεδιάσουν και να διοργανώσουν τις διαδηλώσεις, ενώ έδωσαν παράλληλα έμφαση στον μη πολιτικό τους χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, η διοργάνωση των διαδηλώσεων ξεκίνησε από τη σελίδα του facebook με τίτλο «Είμαστε όλοι ο Χάλεντ Σαΐντ», η οποία αριθμεί περί τα 400 χιλιάδες μέλη και είναι αφιερωμένη στον 28χρονο Χάλεντ Σαΐντ ο οποίος σκοτώθηκε τον Ιούνιο του 2010 στην Αλεξάνδρεια από τις αιγυπτιακές αστυνομικές δυνάμεις, αλλά και από μία επιπρόσθετη σελίδα με την επωνυμία «Η ημέρα της επανάστασης ενάντια στα βασανιστήρια, τη φτώχεια, τη διαφθορά και την ανεργία». Οι οργανωτές των διαδηλώσεων κυκλοφόρησαν μάλιστα και ένα ηλεκτρονικό έντυπο που διένειμαν διαδυκτιακά, το οποίο περιέγραφε με λεπτομέρεια τους στόχους των διαδηλώσεων αλλά και τον τρόπο διεξαγωγής τους, ενώ παρέθετε και λίστα των οργανώσεων και κινημάτων που επρόκειτο να συμμετάσχουν σε αυτές με προεξέχον το κίνημα της 6ης Απριλίου, τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, την Εθνική Ένωση για Αλλαγή που πρόσκειται στον Μοχάμαντ Μπαραντέι, την ομάδα του Αϊμάν Νουρ του κόμματος Αλ-Γαντ και το κίνημα Κιφάγια. Οι στόχοι των διαδηλώσεων, όπως αυτοί αναγράφονται στο ηλεκτρονικό έντυπο, δεν προσέβλεπαν στην πραγματοποίηση στρατιωτικού πραξικοπήματος, αλλά επικεντρώνονταν στην αντιμετώπιση και εξάλειψη προβλημάτων όπως η φτώχεια, η κυβερνητική διαφθορά, η ανεργία, τα υψηλά ποσοστά παιδικής θνησιμότητας, στην επανάληψη των τελευταίων κοινοβουλευτικών εκλογών όπου καταγγέλθηκε εκτεταμένη νοθεία, καθώς επίσης και στην απόλυση του υπουργού Εσωτερικών, καταγγέλλοντάς τον ως κύριο υπεύθυνο για το χάος στην ασφάλεια της χώρας και για τα εγκλήματα που συντελούν οι αιγυπτιακές δυνάμεις ασφάλειας σε βάρος των πολιτών.


Οι διαδηλώσεις δεν περιορίστηκαν στο κέντρο της πρωτεύουσας αλλά επεκτάθηκαν στις πόλεις Αλεξάνδρεια, Σουέζ, Ισμαϊλία, Ράφα και Αλ-Αρίς με τις δυνάμεις ασφαλείας να χρησιμοποιούν πραγματικά πυρά στην προσπάθεια των διαδηλωτών να καταλάβουν το Υπουργείο Εσωτερικών της χώρας και με τραγικό απολογισμό, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα, περίπου τους 100 νεκρούς και χιλιάδες τραυματίες, μέχρι τη στιγμή που γραφόταν η παρούσα ανάλυση.


Ο Αιγύπτιος πρόεδρος σε εθνικό διάγγελμα την 28η Ιανουαρίου, τρεις ημέρες μετά την έμπρακτη εκδήλωση της έντονης λαϊκής δυσαρέσκειας σε βάρος της διακυβέρνησής του, δήλωσε ότι δεν πρόκειται να παραιτηθεί αλλά ανέλαβε τη δέσμευση για το σχηματισμό νέας κυβέρνησης καθώς και την ανάπτυξη πολιτικών προς την κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού και των οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Ειδικότερα, ο πρόεδρος Μουμπάρακ δεσμεύτηκε για τη διεξαγωγή εθνικού διαλόγου με στόχο την παραχώρηση περισσότερων ατομικών ελευθεριών, αλλά και τη σταθεροποίηση της οικονομίας με σκοπό τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.


Σύμφωνα με δυτικούς παρατηρητές και κόντρα στην εντύπωση που δημιουργήθηκε λόγω της εκτεταμένης προβολής από τα παγκόσμια μέσα μαζικής ενημέρωσης και της βίαιης εξέλιξης των γεγονότων, οι διαδηλώσεις στη χώρα ήταν μειωμένης κλίμακας (!) καθώς τα μέλη που συμμετείχαν σε αυτές δεν ξεπέρασαν κατά μέσο όρο τα 50.000, εάν μάλιστα αναλογιστεί κάποιος τον συνολικό πληθυσμό της χώρας, ο οποίος ανέρχεται στους 80 εκατομμύρια κατοίκους. Επικράτησαν, ωστόσο, ανησυχίες ότι διαδηλώσεις περιορισμένης εμβέλειας ενδέχεται να μετατραπούν σε ευρεία λαϊκή εξέγερση με απρόβλεπτες συνέπειες, εάν η αιγυπτιακή προεδρία δεν λειτουργήσει άμεσα προς ικανοποίηση των πάγιων και διαχρονικών αιτημάτων για μεταρρυθμίσεις και προώθηση των πολιτικών ελευθεριών.


Αξιοσημείωτο είναι ότι καταγράφονται επιλεκτικές διαρροές στον διεθνή Τύπο, σύμφωνα με τις οποίες οι λαϊκές διαδηλώσεις σε βάρος του καθεστώτος Μουμπάρακ είχαν προετοιμαστεί κάτω από άκρα μυστικότητα, τουλάχιστον προ τριετίας με τις ευλογίες της τότε αμερικανικής κυβέρνησης Μπους.


Σύμφωνα μάλιστα με επίσημο έγγραφο της αμερικανικής πρεσβείας στο Κάιρο που διέρρευσε από το WikiLeaks, η αμερικανική κυβέρνηση στήριζε από το 2008 αιγυπτιακές ηγετικές φυσιογνωμίες με σκοπό την καθεστωτική αλλαγή, όπως ακτιβιστές του κινήματος της 6ης Απριλίου. Παρενθετικά, το κίνημα νεολαίας της 6ης Απριλίου είναι μία αιγυπτιακή ομάδα στο facebook, η οποία ξεκίνησε τη δράση της την άνοιξη του 2008 με σκοπό να υποστηρίξει τους εργάτες που επρόκειτο να απεργήσουν στις 6 Απριλίου του 2008 στη βιομηχανική πόλη Αλ-Μαχάλα Αλ-Κούμπρα. Οι ακτιβιστές, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται μπλόγκερς και δημοσιογράφοι, κάλεσαν τους τότε απεργούντες να παραμείνουν στα σπίτια τους και να ντυθούν στα μαύρα την ημέρα της απεργίας, ενώ μέσω ηλεκτρονικών τόπων και δικτύων προέβησαν σε απολογισμό της απεργιακής κινητοποίησης. Το κίνημα της 6ης Απριλίου αναγνωρίζεται ως πολική ομάδα του Facebook στην Αίγυπτο, της οποίας τα αιτήματα εστιάζουν στην ελευθερία του Τύπου, στην αντιμετώπιση του νεποτισμού ασχέτως κυβέρνησης και στην εισαγωγή οικονομικών μεταρρυθμίσεων.


Σύμφωνα με το εμπιστευτικό έγγραφο της αμερικανικής πρεσβείας στο Κάιρο με ημερομηνία 30/12/2008, Αιγύπτιος ακτιβιστής του κινήματος της 6ης Απριλίου εξέφρασε την ικανοποίησή του για τη στήριξη που του παρείχε η πρεσβεία προκειμένου να συμμετάσχει στην αμερικανική διάσκεψη με την επωνυμία «Συμμαχία Κινημάτων Νεολαίας» που πραγματοποιήθηκε στις 3-6 Δεκεμβρίου του 2008 στη Νέα Υόρκη, καθώς και για τις συναντήσεις του με Αμερικανούς αξιωματούχους στο Κογκρέσο και σε ερευνητικά κέντρα. Η αμερικανική διπλωματική αναφορά επισημαίνει ότι ο Αιγύπτιος ακτιβιστής περιέγραψε τις συναντήσεις του με μέλη του Κογκρέσου και επιτελικά στελέχη της Γερουσίας ως θετικές και γόνιμες, ενώ προσκλήθηκε να καταθέσει ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής του Κογκρέσου όσον αφορά την απόφαση 1303 που σχετίζεται με τις πολιτικές και θρησκευτικές ελευθερίες στην Αίγυπτο.


Επιπρόσθετα, ο ακτιβιστής προσπάθησε να πείσει τους εκάστοτε συνομιλητές του στις ΗΠΑ, σύμφωνα πάντοτε με την επίσημη διπλωματική αναφορά, ότι η αμερικανική κυβέρνηση οφείλει να πιέσει την αιγυπτιακή κυβέρνηση προκειμένου να εισαγάγει μεταρρυθμίσεις με την απειλή να προβεί σε αποκάλυψη των «παράνομων» παράκτιων τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούν συγκεκριμένοι Αιγύπτιοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι. Δεδομένου μάλιστα ότι το καθεστώς Μουμπάρακ αντλεί τη νομιμοποίησή του από τη στήριξη που του παρέχουν οι ΗΠΑ, σύμφωνα με την αναφορά, οι τελευταίες είναι σε θέση να «επιβάλουν» την πολιτική της προώθησης μεταρρυθμίσεων στην Αίγυπτο. Αξιοσημείωτη στην αμερικανική διπλωματική αναφορά είναι η παράγραφος όπου ο Αιγύπτιος ακτιβιστής ισχυρίστηκε ότι αντιπολιτευόμενες δυνάμεις που περιλαμβάνουν τα αιγυπτιακά κόμματα Ουάφντ, Νασερίτ, Κάραμα, Ταγκάμου, Μουσουλμανική Αδελφότητα καθώς και επαναστατικά σοσιαλιστικά κινήματα «έχουν αποφασίσει να υποστηρίξουν ένα άγραφο σχέδιο για μετάβαση σε μία κοινοβουλευτική δημοκρατία που θα διακρίνεται από έναν ισχυρό πρωθυπουργό και κοινοβούλιο αλλά μία αδύναμη προεδρία, πριν από τη διεξαγωγή των προγραμματισμένων για το 2011 προεδρικών εκλογών». Η αναφορά καταλήγει με σχόλιο του πρέσβη σύμφωνα με το οποίο ο ακτιβιστής δεν παρέθεσε συγκεκριμένα βήματα για την προώθηση των σκοπών του κινήματος της 6ης Απριλίου, για την αντικατάσταση του καθεστώτος με μία κοινοβουλευτική δημοκρατία πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2011, επισημαίνοντας ότι η πλειονότητα των αντιπολιτευόμενων αιγυπτιακών κομμάτων και των μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ) επιχειρούν την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων και αλλαγών στο πλαίσιο του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος.


Εάν το γράμμα της διπλωματικής αναφοράς αληθεύει, οι Δυτικοί αναλυτές, οι οποίοι ελαφρά τη καρδία έσπευσαν να μιλήσουν περί αυθόρμητων διαδηλωτών που δεν καθοδηγούνται από συγκεκριμένη ηγετική ομάδα, πιθανώς δεν έχουν επαρκή πληροφόρηση αλλά διαστρεβλωμένη εικόνα της πραγματικής κατάστασης.


Η προγραμματισμένη επίσκεψη του Αιγύπτιου υπουργού Άμυνας Ταντάουι στην αμερικανική πρωτεύουσα την 26η Ιανουαρίου, η οποία συνέπεσε χρονικά με τη δεύτερη ημέρα των λαϊκών διαδηλώσεων, υπήρξε κρίσιμη και έφερε ως κεντρικό ζήτημα στην ατζέντα των συνομιλιών την αμερικανική στήριξη του καθεστώτος ενάντια στο λαϊκό κίνημα διαμαρτυρίας. Οι ΗΠΑ ωστόσο ανακοίνωσαν την πρόθεση να αναθεωρήσουν την αμερικανική στρατιωτική και οικονομική βοήθεια που χορηγείται ετησίως στην Αίγυπτο υπό το φως των τεκταινομένων, ενώ έθεσαν τέσσερις βασικές προϋποθέσεις προκειμένου να συνεχιστεί η αμερικανική υποστήριξη προς το αιγυπτιακό καθεστώς.


Συγκεκριμένα, οι ΗΠΑ διεμήνυσαν ότι απαιτούν:
(α) τη μη χρήση βίας εκ μέρους του στρατού σε βάρος πολιτών,

(β) την ικανοποίηση των δίκαιων αιτημάτων για την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων που δύνανται να οδηγήσουν στη δημοκρατία και τη δημιουργία οικονομικών ευκαιριών,

(γ) τη διεξαγωγή διαλόγου του καθεστώτος Μουμπάρακ με αντιπολιτευόμενες ομάδες, και

(δ) την άρση των τεχνικών εμποδίων που απαγορεύουν τη χρήση του διαδικτύου. Ως γνωστό, η Αίγυπτος λαμβάνει ετήσια αμερικανική στρατιωτική βοήθεια που αγγίζει το ποσό των 1,3 δισ. δολαρίων, και η Ουάσινγκτον εκλαμβάνει την αραβική χώρα όχι μόνο ως κρίσιμο εταίρο για τη δρομολόγηση και όποια επιτυχία των μελλοντικών συνομιλιών ανάμεσα σε Ισραηλινούς και Παλαιστινίους, αλλά κυρίως ως προπύργιο ενάντια στην περιφερειακή επιρροή του Ιράν. Σε αυτό το εξελισσόμενο ραγδαία διπλωματικό σκηνικό, η Μουσουλμανική Αδελφότητα κάλεσε την 27η Ιανουαρίου, δηλαδή την επομένη της επίσκεψης του Αιγύπτιου υπουργού Άμυνας στην Ουάσινγκτον, για ειρηνική μετάβαση των εξουσιών, ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο την έκκληση του Αμερικανού προέδρου Ομπάμα για εθνικό διάλογο ως μέσο ικανοποίησης του λαϊκού αιτήματος για μεταρρυθμίσεις και αλλαγή.


Οι λαϊκές διαδηλώσεις στην Αίγυπτο έφεραν στο προσκήνιο δύο βασικά χαρακτηριστικά, τα οποία καταρρίπτουν μύθους δεκαετιών ή/και καταδεικνύουν την τάση ομφαλοσκόπησης που τείνει πλέον να διακατέχει το σύνολο των αραβικών κρατών-καθεστώτων. Ως εκ τούτου αξίζουν ιδιαίτερη αναφορά:


Πρώτον, ουδείς διαδηλωτής έφερε τη διένεξη Ισραηλινών-Παλαιστινίων στο προσκήνιο των λαϊκών διαδηλώσεων. Το Παλαιστινιακό αλλά και η πρόσφατη πρωθυπουργική αλλαγή στο Λίβανο ήταν πλήρως απόντα ως ζητήματα της «ατζέντας» των λαϊκών διαδηλώσεων στην Αίγυπτο, αποδεικνύοντας ότι ήταν λανθασμένες οι εκτιμήσεις δεκαετιών των διαμορφωτών της πολιτικής αλλά και της κοινής γνώμης, οι οποίες ήθελαν τη διένεξη Ισραηλινών-Παλαιστινίων να αποτελεί τη βασική αιτία καθεστωτικής αποσταθεροποίησης στον αραβομουσουλμανικό κόσμο.


Δεύτερον, η λαϊκή εξέγερση στην Αίγυπτο αναμφισβήτητα ισχυροποίησε την οργάνωση Χαμάς που αποτελεί παρακλάδι της αιγυπτιακής Μουσουλμανικής Αδελφότητας, όχι μόνο στη Λωρίδα της Γάζας και τη Δυτική Όχθη, αλλά και στην Ιορδανία.


Επιπρόσθετα, η Αίγυπτος, η οποία αποτελεί ένα από τα δύο αραβικά κράτη που έχει υπογράψει συμφωνία ειρήνης με το Ισραήλ, εκτιμάται ότι διανύει τη φάση πολιτικής μετεξέλιξης। Ως εκ τούτου, το Ισραήλ ενδέχεται να κληθεί να αντιμετωπίσει ένα εφιαλτικό σενάριο το οποίο αφορά την περικύκλωσή του από τρία «απρόβλεπτα» μέτωπα: το Λίβανο, ο οποίος θεωρείται ότι βρίσκεται στην ιρανική σφαίρα επιρροής, τη Λωρίδα της Γάζας όπου η ισλαμική οργάνωση Χαμάς –παρακλάδι της αιγυπτιακής Μουσουλμανικής Αδελφότητας– έχει ορθώσει ανάστημα ως βασικός «παίκτης» στην ισραηλινοπαλαιστινιακή υπόθεση, και την Αίγυπτο, η οποία οδεύει μέχρι στιγμής προς άγνωστο πολιτικά προορισμό. Ισραηλινοί κύκλοι φαίνεται να εκτιμούν ότι ανεξάρτητα από τη διάρκεια και το εύρος των διαδηλώσεων στην Αίγυπτο η διαδικασία πολιτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων έχει ξεκινήσει με προφανή σκοπό τη διεξαγωγή νέων κοινοβουλευτικών εκλογών που θα επιτρέψουν την ουσιαστική εκπροσώπηση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας σε αυτό, ενώ η όποια αιγυπτιακή κυβέρνηση δεν αναμένεται να ακυρώσει την ειρηνευτική συμφωνία του 1979, διακινδυνεύοντας με αυτό τον τρόπο τη στρατηγική συνεργασία που διατηρεί η Αίγυπτος με τις ΗΠΑ, καθώς και το πακέτο ετήσιας στρατιωτικής βοήθειας που απορρέει από αυτή την ειδική σχέση.

Σε αυτό το εθνικό και περιφερειακό κλίμα, ο Αιγύπτιος πρόεδρος, σε μία προσπάθεια κατευνασμού της κλιμακούμενης λαϊκής δυσαρέσκειας, προέβη σε αλλαγές στη σύνθεση της κυβέρνησής του. Ζήτησε τις παραιτήσεις όλων και σχημάτισε νέα κυβέρνηση, διορίζοντας πρωθυπουργό τον πρώην υπουργό Πολιτικής Αεροπορίας και πρώην αρχηγό της Αιγυπτιακής Αεροπορίας Άχμαντ Σαφίκ, ενώ απέλυσε τον υπουργό Εσωτερικών Χαμπίμπ αλ Αντλί, ικανοποιώντας με αυτό τον τρόπο ένα εκ των βασικών αιτημάτων των διαδηλωτών, οι οποίοι απαιτούσαν την απομάκρυνση του αλ-Αντλί από τον υπουργικό θώκο.


Προς χάριν επίσης της ομαλής μετάβασης της εξουσίας εν μέσω γενικευμένων διαδηλώσεων, ο Αιγύπτιος πρόεδρος Μουμπάρακ τοποθέτησε τον στενό του συνεργάτη στρατηγό Ομάρ Σουλεϊμάν στη θέση του αντιπροέδρου της κυβέρνησης που παρέμενε κενή από το 1981. Ο νέος αντιπρόεδρος και μέχρι πρότινος επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών της χώρας είναι αποδεκτός τόσο από το εσωτερικό της χώρας όσο και από το σύνολο του αραβικού κόσμου, την ΕΕ, τις ΗΠΑ, αλλά και το Ισραήλ. Θεωρείται πραγματιστής και υπήρξε επίσημος εκπρόσωπος της Αιγύπτου στις διαπραγματεύσεις Ισραηλινών και Παλαιστινίων, ενώ διακρίθηκε στα πεδία των μαχών στην Υεμένη το 1962, και στους αραβοϊσραηλινούς πολέμους το 1967 και το 1973.


Η απόφαση του Αιγύπτιου προέδρου Μουμπάρακ να διορίσει αντιπρόεδρο εκτιμάται ότι είναι αποτέλεσμα των έντονων πιέσεων που του ασκήθηκαν τόσο από τις ΗΠΑ όσο και από μέλη του προηγούμενου υπουργικού συμβουλίου στη διάρκεια σύγκλησής του στις 27 Ιανουαρίου। Ειδικότερα, συμφωνήθηκε να διοριστεί αντιπρόεδρος προερχόμενος από τους κόλπους του στρατεύματος ή των σωμάτων ασφαλείας, ενώ τέθηκε επί τάπητος το ενδεχόμενο της παραίτησης του Αιγύπτιου προέδρου από τη θέση του επικεφαλής του Εθνικού Δημοκρατικού Κόμματος καθώς και της δέσμευσης για μη υποβολή εκ μέρους του κυβερνώντος κόμματος της υποψηφιότητας του γιου του Αιγύπτιου προέδρου, του Γκαμάλ Μουμπάρακ, στις προσεχείς προεδρικές εκλογές. Ως γνωστόν, ο Αιγύπτιος πρόεδρος Μουμπάρακ, σε αντιδιαστολή με τους προκατόχους του, ουδέποτε διόρισε αντιπρόεδρο κατά τη διάρκεια της 30ετούς διακυβέρνησής του.



Ο διορισμός αντιπροέδρου θα μπορούσε να είχε ξεκαθαρίσει το ζήτημα της διαδοχής εδώ και καιρό, καθώς ο αντιπρόεδρος είθισται να αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της χώρας, όπως συνέβη μετά το τέλος των προεδριών τόσο του Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ όσο και του Ανουάρ Σαντάτ. Ο Μουμπάρακ διατέλεσε αντιπρόεδρος στην κυβέρνηση Σαντάτ και ανελίχθηκε στην προεδρία της Αιγύπτου το 1981, όταν ο τότε πρόεδρος δολοφονήθηκε. Πολιτικοί κύκλοι του κυβερνώντος κόμματος θεωρούν ότι ο διορισμός αντιπροέδρου σε συνδυασμό με την παραίτηση Μουμπάρακ από την προεδρία του κόμματος και τη μη υποψηφιότητα του γιου Μουμπάρακ στις προεδρικές εκλογές του Σεπτεμβρίου μπορεί να εγγυηθούν την επιβίωση του εθνικού δημοκρατικού κόμματος ως θεσμού. Από την άλλη, ο στρατός εκτιμάται ότι στηρίζει το εθνικό δημοκρατικό κόμμα ως όχημα για τη διατήρηση της σταθερότητας, καθώς αυτή τη στιγμή δεν φαίνεται να υπάρχουν ολοκληρωμένες εναλλακτικές κομματικές επιλογές. Τα συμφέροντα στρατού και κυβερνώντος κόμματος εκτιμάται ότι στην παρούσα φάση τουλάχιστο συμπίπτουν στο κομμάτι που αφορά την παρεμπόδιση μίας πιθανής κατάρρευσης του πολιτικού συστήματος με απρόβλεπτες και ανυπολόγιστες εθνικές και περιφερειακές συνέπειες. Το ζήτημα για το στρατό είναι να μην υπάρξουν ουσιαστικές αλλαγές στην πολιτική της χώρας, ανεξάρτητα από το εάν το κυβερνών κόμμα παραμείνει μεσοπρόθεσμα στην εξουσία ή όχι. Σε αυτό το πλαίσιο, στρατηγικοί σύμμαχοι της Αιγύπτου όπως οι ΗΠΑ αφενός μεν στηρίζουν τα λαϊκά αιτήματα για δημοκρατική διακυβέρνηση και μεταρρυθμίσεις, αφετέρου δε σε καμία περίπτωση δεν επιθυμούν τη δημιουργία κατάστασης αντίστοιχης με την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 στο Ιράν, όταν ο Σάχης απώλεσε την εξουσία για να τον διαδεχθεί ένα θεοκρατικό καθεστώς, το οποίο αποτελεί σήμερα τη μεγαλύτερη στρατηγική πρόκληση για τα αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή.


Η προφανής –άμεση χρονικά– καθεστωτική επιλογή για την αιγυπτιακή κυβέρνηση είναι να συνεργαστεί με το στρατό και ταυτόχρονα να εισαγάγει μεταρρυθμίσεις προκειμένου να κατευνάσει το λαϊκό συναίσθημα. Η μακροπρόθεσμη πρόκληση ωστόσο για το αιγυπτιακό καθεστώς, αλλά κυρίως για τις ΗΠΑ, είναι ότι οι όποιες δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις δύνανται να φέρουν στο προσκήνιο πολιτικές δυνάμεις οι οποίες πιθανώς να μην ταυτίζουν τα αιγυπτιακά με τα αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή. Η πάροδος του χρόνου θα δείξει εντέλει ποια πολιτική τάση θα κυριαρχήσει…


Friday, February 11, 2011

ΑΝΑΛΥΣΗ: Τέλος εποχής για Μουμπάρακ, όχι για το καθεστώς...

Παρασκευή, 11 Φεβρουάριος 2011 17:51


Έπειτα από δύο βδομάδες κλιμακούμενων λαϊκών διαδηλώσεων ο Αιγύπτιος πρόεδρος Μουμπάρακ παραιτήθηκε και μεταβίβασε στο στράτευμα τις προεδρικές εξουσίες.


Της Αντωνίας Δήμου*


Συγκεκριμένα, τις μεταβίβασε στο Ανώτατο Συμβούλιο των ενόπλων δυνάμεων της χώρας. Μπροστά στην πιθανότητα κατάρρευσης του πολιτικού συστήματος με απρόβλεπτες εθνικές και περιφερειακές συνέπειες, ο στρατός αναλαμβάνει την εξουσία με τη δέσμευση να εποπτεύσει τις απαραίτητες συνταγματικές αλλαγές προς την κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού, καθώς και των πολιτικών και συνταγματικών μεταρρυθμίσεων στην πορεία προς τις προεδρικές εκλογές του Σεπτεμβρίου. Επίσης το Ανώτατο Συμβούλιο του στρατού ανακοίνωσε την πρόθεση να τερματίσει τον Νόμο Έκτακτης Ανάγκης ο οποίος ισχύει από το 1981 όταν ο τότε Αιγύπτιος πρόεδρος Σαντάτ δολοφονήθηκε και ο οποίος επιτρέπει τη σύλληψη ατόμων χωρίς την προηγούμενη απαγγελία κατηγοριών, τον περιορισμό της ελεύθερης έκφρασης και τη λειτουργία ειδικού στρατιωτικού δικαστηρίου.



Πρόκειται για μία ακόμη δικαίωση του «defencepoint.gr» που είχε αναφερθεί στο ενδεχόμενο πραξικοπήματος, δηλαδή ανάληψη της εξουσίας από τις αιγυπτιακές Ένοπλες Δυνάμεις, με τη διαφορά ότι η μεταβίβαση των εξουσιών έγιναν με τον πλέον ανώδυνο για την εικόνα του καθεστώτος τρόπο.


Οι τελευταίες εξελίξεις αναδεικνύουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο του στρατού στη δρομολόγηση των όποιων εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων. Ο αιγυπτιακός στρατός είναι βασικός πυλώνας του αιγυπτιακού κράτους από το 1952 όταν το Κίνημα των Ελεύθερων Αξιωματικών ανέτρεψε την μοναρχία. Όλοι οι 4 πρόεδροι της Αιγύπτου, από το 1952 και εντεύθεν είναι πρώην στρατιωτικοί όπως επίσης η πλειοψηφία των 29 κυβερνητών της χώρας προέρχονται από τις τάξεις του στρατού. Αξίζει βέβαια να επισημανθεί ότι ο στρατός πέραν του παραδοσιακού του ρόλου ως θεματοφύλακα της εθνικής κυριαρχίας αναπτύσσει και παράπλευρες δραστηριότητες κυρίως οικονομικού και επιχειρηματικού χαρακτήρα.


Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του αιγυπτιακού στρατού στους τομείς του τουρισμού, εμπορίου και κατασκευών του επιτρέπουν τον έλεγχο σημαντικού ποσοστού της αιγυπτιακής οικονομίας με ετήσια έσοδα μερικά δισεκατομμύρια δολάρια και τον έχουν μεταμορφώσει σε οργανωμένη ομάδα συμφέροντος, τους περίφημους «εθνικούς καπιταλιστές» οι οποίοι σε κάθε περίπτωση επιδιώκουν την καθεστωτική σταθερότητα ανεξαρτήτως πολιτικού προσώπου.


Αυτό βέβαια που δεν πρέπει να παρερμηνευθεί είναι ότι ο στρατός αφενός μεν στηρίζει τα λαϊκά αιτήματα για δημοκρατική διακυβέρνηση και μεταρρυθμίσεις αφετέρου δε σε καμία περίπτωση δεν επιθυμεί τη δημιουργία κατάστασης αντίστοιχης με αυτής του 1979 όταν ο Σάχης απώλεσε την εξουσία για να ανέλθει σε αυτή το θεοκρατικό ιρανικό καθεστώς το οποίο αποτελεί σήμερα την μεγαλύτερη στρατηγική πρόκληση για τα αιγυπτιακά συμφέροντα στην περιοχή.


* Η Αντωνία Δήμου είναι ειδική επιστήμονας εξειδικευμένη στη Μέση Ανατολή και τον Αραβικό Κόσμο

ΑΝΑΛΥΣΗ: Αποκωδικοποιώντας τα διαγγέλματα των Μουμπάρακ - Σουλεϊμάν στην Αίγυπτο

(Photo from: http://www.myvisitingcard.com)

Αναδημοσίευση από το defence-point.grΠροσθήκη  εικόνας

Πέμπτη, 10 Φεβρουάριος 2011 23:44

Προσοχή! Ανοίγει σε νέο παράθυρο.

Η Αραβολόγος Αντωνία Δήμου, παρακολούθησε τα διαγγέλματα απευθείας στην αραβική γλώσσα και αναλύει την κατάσταση που διαμορφώνεται για το defencepoint.gr.


Το σημερινό διάγγελμα του Αιγύπτιου προέδρου Χόσνι Μπουμπάρακ διέψευσε τις εκτιμήσεις περί παραίτησης του πριν τη διεξαγωγή των προεδρικών εκλογών τον προσεχή Σεπτέμβριο 2011, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «δεν πρόκειται να δεχθώ να είμαι υποκείμενο ξένων πιέσεων», και εξέφρασε την απόφαση για παραχώρηση ορισμένων εξουσιών στον αντιπρόεδρο Ομάρ Σουλεϊμάν.



Ο πρόεδρος Μουμπάρακ απευθύνθηκε στον αιγυπτιακό λαό με γλώσσα που αποτελεί ένα κράμα πολιτικού ρεαλισμού αλλά και συναισθηματισμού. Συγκεκριμένα, δήλωσε ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται να παραιτηθεί αλλά ανέλαβε τη δέσμευση να εποπτεύσει την ανάπτυξη πολιτικών προς την κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού, των πολιτικών και συνταγματικών μεταρρυθμίσεων στην πορεία προς τις εκλογές του Σεπτεμβρίου.



Παράλληλα, δεσμεύθηκε να μην υποβάλλει εκ νέου υποψηφιότητα για την προεδρεία στις προσεχείς εκλογές του Σεπτεμβρίου και εμφανίσθηκε ως προασπιστής των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων που πρόκειται να ξεκινήσουν άμεσα με σκοπό την εγγύηση της διαφάνειας και της αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος.



Συγκεκριμένα ο Αιγύπτιος πρόεδρος ομίλησε περί αναγκαιότητας για συνταγματική τροποποίηση των άρθρων 76, 77, 88, 93, 189 και 179. Επιχειρώντας μάλιστα να αποκαλύψει την κατεύθυνση στην οποία πρόκειται να κινηθούν οι όποιες μεταρρυθμίσεις, έθιξε δύο σημαντικά ζητήματα που άπτονται του πολιτικού συστήματος και αφορούν στην απλούστευση των προϋποθέσεων για την υποβολή υποψηφιότητας όσον αφορά στη διεκδίκηση της προεδρίας καθώς και τον καθορισμό ανώτατου ορίου προεδρικής θητείας.



Δεσμεύθηκε να εποπτεύσει τον εθνικό διάλογο λέγοντας χαρακτηριστικά «ξεκινήσαμε έναν εθνικό διάλογο προκειμένου να ικανοποιήσουμε αιτήματα του κινήματος νεολαίας και άλλων αντιπολιτευόμενων ομάδων προκειμένου να βγούμε από την κρίση. Υπάρχει ένας ξεκάθαρος οδικός χάρτης και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την ειρηνική μετάβαση εξουσιών μέχρι τον Σεπτέμβριο».



Σε μία προσπάθεια να αγγίξει τις καρδιές του μέσου Αιγυπτίου και να επικοινωνήσει με το κίνημα νεολαίας είπε χαρακτηριστικά: «Υπήρξα νέος και εγώ κάποτε, και ήμουν πιστός στην πατρίδα και στην ανεξαρτησία της χώρας», ενώ απευθυνόμενος στο σύνολο του πολιτικού κόσμου και των όποιων κοινωνικών ομάδων προέβη σε αυτοβιογραφική υποβολή των εθνικών διαπιστευτηρίων του επισημαίνοντας ότι έλαβε μέρος σε δύο πολέμους εννοώντας τον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967 και τον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ το 1973. Ανέφερε χαρακτηριστικά: «Κέρδισα μάχες, έζησα ημέρες κατοχής καθώς και την ημέρα απελευθέρωσης του Σινά, σηκώνοντας την αιγυπτιακή σημαία στο Σινά». Και κατέληξε υπογραμμίζοντας ότι η Αίγυπτος σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί κράτος-δορυφόρο το οποίο δέχεται διαταγές από το εξωτερικό.



Ένα τέταρτο μετά το εθνικό διάγγελμα του Αιγύπτιου προέδρου Μουμπάρακ εμφανίσθηκε στην κρατική τηλεόραση ο αντιπρόεδρος Ομαρ Σουλεϊμάν ο οποίος απηύθυνε έκκληση προς τον αιγυπτιακό λαό να υποχωρήσουν οι διαδηλωτές από τους δρόμους ειρηνικά και να επιστρέψουν στις οικίες και τις καθημερινές τους εργασίες άμεσα.



Επίσης έκανε έκκληση να απόσχει ο κόσμος από την παρακολούθηση δορυφορικών τηλεοπτικών καναλιών, φωτογραφίζοντας με έμμεσο τρόπο το δορυφορικό κανάλι αλ-Ζαζίρα, των οποίων ο σκοπός, σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο είναι η αποσταθεροποίηση. Και κατέληξε ζητώντας από τον αιγυπτιακό λαό να ακούσει την συνείδησή του και την λογική αλλά και να εναποθέσει το μέλλον του στους δύο βασικούς πυλώνες του έθνους: τον Θεό και τον στρατό.



Οι τελευταίες εξελίξεις στην Αίγυπτο έρχονται να επιβεβαιώσουν πλήρως τις αρχικές εκτιμήσεις του defence-point οι οποίες αποτυπώνονται και σε ανάλυση που φιλοξενεί στο τεύχος Φεβρουαρίου του περιοδικού «Στρατιωτική Ισορροπία και Γεωπολιτική» όπου επιχειρείται μια ψύχραιμη προσέγγιση του προβλήματος στην Αίγυπτο, εμφανώς διαφοροποιημένη από το σύνολο των ελληνικών και διεθνών μέσων μαζικής ενημέρωσης. Κι αυτό διότι σε μια χώρα 80 εκατομμυρίων κατοίκων, σαν την Αίγυπτο, το βέβαιο είναι ότι πολιτικό πρόβλημα υφίσταται, χωρίς όμως να συνεπάγεται και επικείμενη κατάρρευση του καθεστώτος.



Αυτό που έχει καταστεί ξεκάθαρο μετά το σημερινό διάγγελμα είναι ότι ο Μουμπάρακ είναι τύποις πρόεδρος του οποίου η παραμονή στην εξουσία κρίνεται απαραίτητη για τη μετάβαση προς τις εκλογές του Σεπτεμβρίου καθώς η άμεση παραίτησή του, σύμφωνα με το αιγυπτιακό Σύνταγμα, απαιτεί τη διεξαγωγή προεδρικών εκλογών σε 60 ημέρες, μία προοπτική την οποία ακόμη και αντίπαλοι του Μουμπάρακ φαίνεται ότι παρασκηνιακά απέρριψαν καθώς το διάστημα των 60 ημερών σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπει την προετοιμασία και διεξαγωγή έντιμων και ελεύθερων προεδρικών εκλογών.



Επίσης έχει καταδειχθεί ότι η όποια άμεση παραίτηση του Μπουμπάρακ θα ήταν απλά διακοσμητική και σε καμία περίπτωση ουσιαστική, καθώς είναι σαν να προσπαθείς να θεραπεύσεις τον καρκίνο με ασπιρίνη. Αυτό που έγινε κατανοητό είναι ότι απαιτείται άμεσα η έναρξη της διαδικασίας για βαθύτατες μεταρρυθμίσεις και διεξαγωγή εθνικού διαλόγου.



Τέλος το σημερινό διάγγελμα με τις όποιες αποφάσεις που εξέφρασε σε εθνικό δίκτυο ο Αιγύπτιος πρόεδρος Μουμπάρακ ανέδειξε ξεκάθαρα τον ρόλο του στρατού ως βασικού πυλώνα του αιγυπτιακού κράτους από το 1952 όταν το Κίνημα των Ελεύθερων Αξιωματικών ανέτρεψε τη μοναρχία. Ο στρατός εκτιμάται ότι στηρίζει το κυβερνών κόμμα Εθνικής Ενότητας τα συμφέροντα του οποίου συμπίπτουν στο κομμάτι που αφορά την παρεμπόδιση μίας πιθανής κατάρρευσης του πολιτικού συστήματος με απρόβλεπτες εθνικές και περιφερειακές συνέπειες.



Το ζήτημα για τον στρατό είναι να μην υπάρξουν ουσιαστικές αλλαγές στην αμυντική και εξωτερική πολιτική της Αιγύπτου ανεξάρτητα από το εάν το κυβερνών κόμμα παραμείνει μεσοπρόθεσμα στην εξουσία ή όχι. Σε αυτό το πλαίσιο, ο στρατός αφενός μεν στηρίζει τα λαϊκά αιτήματα για δημοκρατική διακυβέρνηση και μεταρρυθμίσεις αφετέρου δε σε καμία περίπτωση δεν επιθυμεί τη δημιουργία κατάστασης αντίστοιχης με αυτής του 1979 όταν ο Σάχης απώλεσε την εξουσία για να ανέλθει σε αυτή το θεοκρατικό ιρανικό καθεστώς το οποίο αποτελεί σήμερα την μεγαλύτερη στρατηγική πρόκληση για τα αιγυπτιακά συμφέροντα στην περιοχή.



Η προφανής άμεση χρονικά επιλογή για την αιγυπτιακή προεδρεία είναι να συνεργαστεί με τον στρατό και ταυτόχρονα να εισάγει μεταρρυθμίσεις προκειμένου να κατευνάσει το λαϊκό συναίσθημα. Η μακροπρόθεσμη πρόκληση ωστόσο για το αιγυπτιακό καθεστώς είναι ότι οι όποιες δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις μπορεί να φέρουν στο προσκήνιο πολιτικές δυνάμεις οι οποίες πιθανώς να διαφοροποιήσουν τα αιγυπτιακά συμφέροντα στην περιοχή. Η πάροδος του χρόνου θα δείξει εν τέλει ποια πολιτική τάση θα κυριαρχήσει…